Αναζητώντας τον Αττίκ… μόνο κερδισμένος μπορείς να βγεις

(VIDEO) Η παράσταση «Αναζητώντας τον Αττίκ» εγκαινίασε όταν πρωτοανέβηκε πριν από έξι χρόνια (αν δεν κάνω λάθος) ένα νέο είδος θεάματος.
Πλούσια παραγωγή συνδυασμένη με επιστημονική έρευνα και πρωτότυπο κείμενο (Λάμπρος Λιάβας), πρωτότυπους στίχους στα ιντερμέδια (Γιάννης Ξανθούλης) και ευρηματική για την εποχή της σκηνοθεσία (Σοφία Σπυράτου), που καθόρισε όσα «ανέβηκαν» στις μεγάλες θεατρικές σκηνές στα κατοπινά χρόνια.

Οι βιογραφίες (και κατά καιρούς αγιογραφίες) και τα αφιερώματα μπήκαν στην ημερήσια διάταξη και πολλοί επιχείρησαν αντίστοιχες (αλλά όχι και ανάλογες) απόπειρες.

Ο Αττίκ πάντοτε έστεκε ως πήχης για κάθε επόμενη φορά, χωρίς ποτέ – κατά τη γνώμη μου – να μπορέσει να ξεπεραστεί. Και το λέω αυτό έχοντας μόλις παρακολουθήσει τη φετινή εκδοχή του.
05 3
Στο σημείο αυτό είναι απαραίτητη και μια παρατήρηση που σχετίζεται με κάτι που έχει γράψει κατά το παρελθόν πολύ εύστοχα και ο συγγραφέας Βαγγέλης Ραπτόπουλος σε κάποιο κείμενό του: η καταγραφή και η εξιστόρηση της ζωής κάποιου και η μεταφορά της σε έργο τέχνης, είτε αυτό είναι βιβλίο, είτε αυτό είναι ταινία, είτε αυτό είναι θεατρική παράσταση, προϋποθέτει η ζωή αυτή να είναι ξεχωριστή.

Κανένα ενδιαφέρον δεν θα είχε η βιογραφία ενός μέσου ανθρώπου που ερωτεύθηκε δυο – τρεις φορές στη ζωή του, έκανε δυο παιδιά, δούλεψε σε μια – δυο εταιρείες, πάντρεψε τα παιδιά του, είδε εγγόνια και κάποια στιγμή αποχαιρέτισε το μάταιο ετούτο κόσμο.

Το κοινό δεν ταυτίζεται με τους ομοίους του στα θεάματα. Ενδιαφέρεται να δει μέσα από την κλειδαρότρυπα μια ζωή άφταστη, μια ζωή σημαντική και επιδραστική, μια ζωή υπερβατική και πρωτοπόρα. Κι αν ήταν τέτοια η ζωή του Κλέωνος Τριανταφύλλου, του Αττίκ!
attik
Για μένα, η παράσταση «Αναζητώντας τον Αττίκ» προσφέρει μια ακόμα σημαντική υπηρεσία: υπενθυμίζει στο κοινό την περίπτωση ενός δημιουργού που δεν έτυχε – ίσως – της αναγνώρισης και της αποδοχής που θα του έπρεπε.

Ο Αττίκ, αν το δούμε ψυχρά μουσικολογικά, είναι ο πρώτος τραγουδοποιός που εμφανίστηκε στη χώρα. Έγραφε και μουσική και στίχους πολύ πριν εγκαθιδρυθεί ο όρος «τραγουδοποιός» και επίσης πολύ πριν κάνει αισθητή την παρουσία του στην Ελλάδα, διέγραψε πορεία επιτυχημένη και αναγνωρισμένη στο Παρίσι. Με την επιστροφή του στα πάτρια εδάφη εγκαινίασε ένα νέο τρόπο διασκέδασης, τόσο στα πρώτα χρόνια, όσο και αργότερα με τη «Μάντρα» του.

Ακούγοντας προσεκτικά τα τραγούδια του, καταλαβαίνει κανείς όλο το κλίμα της εποχής και εντοπίζει στοιχεία της γαλλικής σχολής τραγουδοποιίας ενσωματωμένα στα ελληνικά χούγια και ειωθότα. Είναι πραγματικά σπουδαίος. Η γλώσσα των στίχων του είναι εμποτισμένη με μια ουσιαστική ευγένεια και μια σκανδαλιάρα ειρωνεία (όποτε χρειάζεται) που χρήζει ιδιαίτερης προσοχής και αναγνώρισης. Ταυτόχρονα, οι μελωδίες του είναι πλούσιες και δεξιοτεχνικές, χωρίς υπερβολές, πάντοτε στην υπηρεσία του λόγου.

Στα της παράστασης τώρα: οι τρεις ώρες κυλούν σαν το νερό. Όλα είναι τόσο έξυπνα ταιριασμένα – από τη χρονική διαδοχή ως την εξιστόρηση και τις παρεμβολές στο τώρα – και τοσο ουσιαστικά δεμένα με τις μουσικές (του Αττίκ κυρίως, αλλά και άλλων συγχρόνων του) που μεταφέρεσαι στην Αθήνα μιας άλλης εποχής. Όλοι οι συντελεστές σημειώνουν λαμπρές επιδόσεις (ιδιαιτέρως οι (με σειρά προτεραιότητας): Νάντια Κοντογεώργη, Κωνσταντίνος Ασπιώτης, Άκης Σακελλαρίου, Αντώνης Καφεντζόπουλος – και βέβαια η αειθαλής Ζωζώ Σαπουντζάκη).

Αναζητώντας τον Αττίκ, λοιπόν, μόνο κερδισμένος μπορείς να βγεις. Να, όπως και εγώ ο ίδιος. Που μέσα από αυτή την παράσταση ανακάλυψα το τραγούδι της εποχής (μου). Κάτι που ήθελα να πω, αλλά δεν έβρισκα το κατάλληλο άσμα. Κι όμως: πάντοτε υπάρχει ένα τραγούδι να σε «βγάλει από τη δύσκολη θέση». Αρκεί να το ψάξεις. Ή να το γράψεις.

Το τραγούδι αλλιώς, στο email σας!

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα στο χώρο της καλής μουσικής!