Γεράσιμος Ανδρεάτος - Το πρώτο μου τραγούδι

Γεννήθηκε το 1962 στην Αθήνα, με καταγωγή από την Κεφαλονιά, από την πλευρά του πατέρα του και από την Ικαρία, από την μητέρα.
Δέχθηκε λοιπόν μουσικές επιρροές τόσο από τις καντάδες και τη μουσική των Επτανήσων, όσο και από το νησιώτικο τραγούδι του Αιγαίου, με το παράπονο της Ιωνίας και της Μικράς Ασίας. Όλα αυτά βέβαια μαζί με τα λαϊκά τραγούδια των δεκαετιών 1950-1970, αλλά και τα ρεμπέτικα.


Από πολύ μικρός, από την πρώτη γυμνασίου σχεδόν, έπιασε στα χέρια του το μπουζούκι. Στην αρχή αυτοδίδακτος, ενώ στη συνέχεια πήρε μαθήματα από τον δάσκαλο του μπουζουκιού Θέμη Παπαβασιλείου. Το 1983 εμφανίζεται στο «Ρεμούτσικο» στον Άγιο Δημήτριο (Μπραχάμι), μ’ ένα φίλο του, τον Γιάννη Πασπαλιάρη στην κιθάρα. Εκεί γνωρίζεται με το Χάρη και τον Πάνο Κατσιμίχα, που έρχονται στο μαγαζί, σα θαμώνες και δυο χρόνια αργότερα, ξεκινά εμφανίσεις μαζί τους στο «Ανώγειο» στην Τερψιθέα Γλυφάδας.


Η επίσημη παρουσία του στα δισκογραφικά δρώμενα γίνεται παίζοντας μπουζούκι με το Χάρη και τον Πάνο Κατσιμίχα στις εμφανίσεις τους στο «Σείριο» του Μάνου Χατζιδάκι το 1988. Στον τριπλό δίσκο «Στο Σείριο Υπάρχουνε Παιδιά» ο Γεράσιμος ακούγεται να παίζει μπουζούκι και να κάνει φωνητικά στα «Νύχτωσε νύχτα» και «Κορίτσια της συγνώμης».

Αν θα κάναμε ένα γκάλοπ με ερώτημα «Ποιο είναι το πρώτο τραγούδι του Γεράσιμου Ανδρεάτου;», είναι βέβαιο πως οι περισσότεροι θα απαντούσαν με κάποιο από τα τραγούδια του Βαγγέλη Κορακάκη, με τα οποία έγινε ευρύτερα γνωστός από το 1993-94 και μετά. Το ντεμπούτο του στη δισκογραφία όμως, σαν τραγουδιστής, γίνεται το 1991, σ’ έναν ιδιαίτερο δίσκο, με τίτλο «Μισμαγιά» («Mismayia») και υπότιτλο «Τα πρώτα έντεχνα ελληνικά τραγούδια 17ος-19ος αιώνας». Ο δίσκος κυκλοφόρησε από την ανεξάρτητη εταιρεία «Ναυς» ενώ το 1992 επανεκδόθηκε σε διπλό cd από την Fm Records. Η έρευνα, τα κείμενα, η μουσική επεξεργασία και η ενορχήστρωση έγινε από τον Πέτρο Ταμπούρη. Μια πληρέστερη εικόνα γι’ αυτή τη δουλειά, δίνουν κάποια αποσπάσματα από το ένθετο βιβλιαράκι που συνοδεύει την έκδοση:

 

«Τον 18ο και 19ο αιώνα στα μεγάλα αστικά κέντρα του Ελληνισμού και περισσότερο στην Πόλη, αναπτύσσεται ένα πρωτότυπο είδος Ελληνικού τραγουδιού που αντλεί τον στίχο του μέσα από τα άφθονα λευκώματα στίχων της εποχής, τα μισμαγιά. Ενώ οι ρίζες τους βρίσκονται στην Κρητική και Βυζαντινή ποίηση, τα τραγούδια αυτά είχαν μεγάλη διάδοση στην καλή κοινωνία της εποχής, που αναζητούσε τα πρότυπά της στο Φανάρι. Μερικά από αυτά που διασώθηκαν μέχρι σήμερα σε χειρόγραφες και έντυπες συλλογές, επιλέξαμε και παρουσιάζουμε για πρώτη φορά μετά την πάροδο δύο αιώνων.


Στα μισμαγιά (μισμαγιές),
καλλιεργημένοι θαμώνες των σαλονιών καταγράφουν ήδη γνωστά φαναριώτικα τραγούδια και στιχουργήματα ή δικά τους συνθεμένα κατά το φαναριώτικο ύφος. Τα περισσότερα από τα έντεχνα αυτά αστικά τραγούδια, που γνωρίζουν άνθηση στα τέλη του 17ου αιώνα και συνεχίζουν να τραγουδιούνται ακόμη και στο 19ο, χαρακτηρίζονται από ένα έντονο ανατολίτικο χρώμα. Η αραβοπέρσικη μουσική επηρεάζει την έντεχνη κοσμική μουσική των Ρωμιών της εποχής, όπως ακριβώς και των Οθωμανών.


Την αδυναμία των Ρωμιών για την περσική μουσική
την επιβεβαιώνουν και τα περσικά τραγούδια που βρίσκονται σε κώδικες εκκλησιαστικής μουσικής του 16ου και 17ου αιώνα (μονή Ιβήρων, κώδικες 1189 και 1562).


Τον 18ο αιώνα οι Ρωμιοί σημειώνουν τον ήχο και τον ρυθμό των τραγουδιών τους με τους αραβοπερσικούς όρους μακάμι και ουσούλι.


Τα μισμαγιά είναι σχεδόν πάντα λυπητερά
, νοσταλγικά, τραγούδια της αγάπης ή για την ματαιότητα του κόσμου. Τον 18ο αιώνα γνωρίζουν εξαιρετική διάδοση. Στους ανθισμένους κήπους των Ψωμαθειών, στα σαλόνια του σταυροδρομίου, αλλά και στις ρομαντικές βαρκάδες στον Κεράτιο και στον Βόσπορο οι συντροφιές περνούν τις ώρες τους ακούγοντας ιστορίες που διανθίζονται με τραγούδια.


Οι στίχοι των περισσοτέρων τραγουδιών είναι γραμμένοι στη γλώσσα της καθημερινής ομιλίας, τα Φαναριώτικα ή πολίτικα, με πολλές ξενικές λέξεις.

Ενώ η μουσική των Φαναριώτικων τραγουδιών μιμείται αραβοπέρσικο ρυθμό, τα στροφικά συστήματα που επικρατούν φαίνεται να επηρεάζονται έντονα από την Γαλλική ποίηση, η οποία είναι επίσης δημοφιλής στους Φαναριώτικους κύκλους.

 

Πολλά από τα στιχουργήματα είναι καμωμένα από γυναίκες Φαναριώτισες, γεγονός που φανερώνει καλλιέργεια και χειραφέτηση. Συνθέτες των τραγουδιών είναι φημισμένοι Ρωμιοί μουσικοί της εποχής. Η καταγραφή των μελωδιών γίνεται τότε ή αργότερα με τη χρήση της Βυζαντινής παρασημαντικής.


Τα μισμαγιά
βρίσκονται σήμερα σε χειρόγραφα διασκορπισμένα σε διάφορα αρχεία και βιβλιοθήκες».


Σ’ αυτή τη δουλειά λοιπόν ο Γεράσιμος συμμετείχε με το «Πως βαστάς καρδιά μ’ θαυμάζω». Στο δίσκο τραγουδούσαν επίσης οι Νίκος Ξυδάκης, Αρετή Μπέλλου, Γρηγόρης Νταραβάνογλου, Δάφνη Πανουριά, Ειρήνη Δερέμπεη, Τάσος Αλούπης, Αλεξάνδρα Αδαμοπούλου, Γιάννης Βασιλάκης, Μαρίνα Βασιλάκη, Κωστής Γεωργαλής, Μάτα Κατσούλη, Νίκος Κωνσταντινόπουλος, Έφη Μηνακούλη και Σταύρος Μπερής.


Κιθάρα, τζουρά και μαντολίνο έπαιξε ο Γιώργος Κοντογιάννης, βιολί ο Μιχάλης Βοριάς, κιθάρα ο Γιάννης Βασιλάκης, τουμπελέκι, ντέφι ο Νέστορας Δρούγκας, κοντραμπάσο ο Βαγγέλης Ζωγράφος, ταμπούρ ο Περικλής Παπαπετρόπουλος, λύρα και ταμπούρ με δοξάρι ο Σωκράτης Σινόπουλος ενώ ο Πέτρος Ταμπούρης έπαιξε κανονάκι, ούτι, λαούτο, ταμπουρά, νάι, καβάλι και ζουρνά.


Η συνέχεια είναι λίγο πολύ γνωστή για τον Γεράσιμο… «Ο κουρασμένος δρόμος μου», «Στη σκέψη της τρελής», «Δέκα χρόνια στου Μπακάκου», «Χρώμα δεν αλλάζουνε τα μάτια», «Το σκάκι», «Ο γκρεμός» και πολλά ακόμα ωραία λαϊκά τραγούδια και συνεργασίες με κορυφαίους δημιουργούς και τραγουδιστές, ενώ πέρυσι, με χαρά ακούσαμε τα νέα του τραγούδια σε μουσική του Δημήτρη Παπαδόπουλου με τίτλο «Ψυχή Που Δεν Αμάρτησε Ποτέ Της Δεν Αγιάζει»….


Πρόκειται για μια από τις πιο αξιόλογες φωνές που εμφανίσθηκαν στο χώρο του Ελληνικού τραγουδιού τα τελευταία 20 χρόνια. Μια φωνή που απέσπασε, εκτός των άλλων, τα εύσημα του Στέλιου Καζαντζίδη, ο οποίος ήταν πολύ φειδωλός στις δηλώσεις του για τους νεότερους καλλιτέχνες.

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Το τραγούδι αλλιώς, στο email σας!

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα στο χώρο της καλής μουσικής!