Ο «δικός μου» Σταύρος Κουγιουμτζής

Όπως τον γνώρισα, όπως τον έζησα, όσα δικά του αγάπησα…
Επειδή εκτός από τη δισκογραφία και την έρευνα υπάρχει και το συναίσθημα, ένα «από καρδιάς» κείμενο για τον αγαπημένο συνθέτη που μας «δίδαξε πολιτισμό»…

Η φωτογραφία, η πρώτη γνωριμία και το αυτόγραφο


Δεν θα ξεχάσω πως από τα πολύ μικρά μου χρόνια, ψάχνοντας στους δίσκους του πατέρα μου, μου έκανε εντύπωση η καλοσυνάτη φυσιογνωμία ενός κύριου με γυαλιά που υπήρχε στο οπισθόφυλλο του δίσκου «Να ’τανε το ‘21». «Αυτός θα πρέπει να είναι πολύ καλός άνθρωπος», σκεπτόμουν. Και στη συνέχεια, έβαζα το δίσκο στο πικ-απ και δεν ήθελα τίποτα άλλο… Βέβαια μελαγχολούσα πολύ με εκείνα τα ανεπανάληπτα «μινόρε», όπως το «Μ’ έκοψαν με χώρισαν στα δυο», το «Κάπου νυχτώνει», το «Αν δεις στον ύπνο σου ερημιά» ή τον «Ουρανό», σε αντίθεση με τα πιο «εξωστρεφή» «Δίχως την καρδούλα σου», «Το σακάκι μου κι αν στάζει», το «Μεθοκόπι» και το ομώνυμο… Όλα με τη φωνή του Νταλάρα… Από τότε όμως είχα ιδιαίτερη αδυναμία στα ζεϊμπέκικα του δίσκου. Το «Καπηλειό» και το «Δώσε μου το χέρι σου»…

Τον Σταύρο Κουγιουμτζή λοιπόν, εκτός από τις «Μικρές πολιτείες», τα «Ψηλά τα παραθύρια», τις «Πασχαλιές», το «Ηλιοσκόπιο» και τους άλλους σπουδαίους δίσκους του, τον γνώρισα από κοντά, από τον πρώτο καιρό που μετακόμισε στην Καλαμαριά. Του άρεσε να κάνει συχνά βόλτες στους δρόμους της, σαν απλός και κανονικός άνθρωπος. Ήταν ένας από μας. Ήταν σαν όλους εμάς. Απλός, διακριτικός, πρόθυμος να μιλήσει, όταν τον πλησίαζες, χωρίς ίχνος «βεντετισμού». Δεν θα ξεχάσω πως όταν του πρωτοζήτησα αυτόγραφο, μου είπε χαρακτηριστικά και με το γνωστό καλωσυνάτο ύφος του:

«Τι το θες το αυτόγραφο; Αυτά δεν είναι για μας, είναι φανταχτερά πράγματα».

Τελικά, αφού επέμεινα αρκετά, δεν μου χάλασε το χατίρι… Από τότε τον συνάντησα αρκετές φορές…

Οι «Ταξιδιώτες στο χρόνο» και η συναυλία


Ώσπου τον Απρίλη του 1999, μαζί με μια παρέα φίλων ερασιτεχνών μουσικών δημιουργήσαμε μια ορχήστρα με το όνομα «Ταξιδιώτες στο χρόνο». Η πρώτη σκέψη που πέρασε από το μυαλό όλων μας, ήταν να κάνουμε ένα αφιέρωμα στον Σταύρο Κουγιουμτζή. Τέτοιο «θράσος» είχαμε, ακόμα δεν «βγήκαμε απ’ τ’ αυγό μας»... Αφού λοιπόν «έδεσε» το σχήμα και πραγματοποιήσαμε κάποιες εμφανίσεις εντός και εκτός Θεσσαλονίκης, ξεκινήσαμε τις πρόβες για τη συγκεκριμένη συναυλία. Ήδη, από τα πρώτα κομμάτια που προβάραμε με την ίδρυση του συγκροτήματος, ήταν «Οι ελεύθεροι κι ωραίοι», «Στα χρόνια της υπομονής», το «ξεχασμένο» «Χασάπικο» από το «Ηλιοσκόπιο» και άλλα του Σταύρου. Πήραμε λοιπόν το θάρρος να τηλεφωνήσουμε και να προσκαλέσουμε και τον ίδιο τον συνθέτη. Προς μεγάλη μας έκπληξη το τηλέφωνό του υπήρχε κανονικά στον τηλεφωνικό κατάλογο και όχι απλώς υπήρχε, αλλά το σήκωσε ο ίδιος, χωρίς την παρέμβαση όλων αυτών των, όχι ιδιαίτερα συμπαθών, «ενδιάμεσων», που στο τέλος σε «ξενερώνουν» και σε κάνουν να εγκαταλείψεις κάθε προσπάθεια προσέγγισης του καλλιτέχνη…

Αποδέχτηκε με μεγάλη χαρά την πρόσκληση για τη συναυλία, η οποία ορίστηκε για την Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2001 στο Θέατρο «Οδός», επί της οδού 25ης Μαρτίου 32 στη Θεσσαλονίκη. (Μην το ψάξετε σήμερα… Επειδή στην πόλη μας οι χώροι πολιτισμού έχουν περισσέψει, το 2003 απαλλοτριώθηκε από το κράτος, για να δοθεί στην Πυροσβεστική υπηρεσία και να γίνουν γραφεία).

Ξεκινώντας οι πρόβες, από πολύ νωρίς παρουσιάστηκαν τα πρώτα ευχάριστα προβλήματα. Η συγκρότηση του ρεπερτορίου ήταν το σημαντικότερο απ’ αυτά. Ποια κομμάτια να πρωτοδιαλέξεις; Τι να αφήσεις εκτός; Με πολλή σκέψη φτιάξαμε ένα πρόγραμμα με 39 κομμάτια, αφήνοντας με «πόνο ψυχής», τουλάχιστον, άλλα τόσα έξω.

Oι φίλοι μουσικοί που συμμετείχαν στο συγκρότημα ήταν ο Γιώργος Καραμφίλης που έπαιξε μπουζούκι, ο Παρασκευάς Καραμάνης, που τραγούδησε και έπαιξε πιάνο, ο Παντελής Ιωαννίδης, μπάσο, η Αγγελική Ιορδανίδου, κρουστά, ο Δημήτρης Μιμίκος, ακορντεόν, ενώ τραγούδησαν ο υπογράφων, που έπαιξε και κιθάρα, η Λένα Καραμάνη και ο Θωμάς Χαρέλας.

Μετά από εξαντλητικές πρόβες, φτάσαμε στο απόγευμα της 1ης Οκτωβρίου. Το πρωί της ίδιας μέρας είχαμε μια ζωντανή σύνδεση με την ΕΤ-3, για να παρουσιάσουμε ζωντανά δυο κομμάτια της συναυλίας.

Λίγο μετά τηλεφώνησα στον Σταύρο και του πρότεινα να τον φέρω με το αμάξι μου, από το σπίτι στο θέατρο για να μην ταλαιπωρηθεί με κίνηση - παρκάρισμα και όλα αυτά (δεν ξέρω βέβαια αν η πρότασή μου ήταν τόσο ανιδιοτελής ή έψαχνα να βρω ευκαιρία να τον «ξεμοναχιάσω» και ν’ αρχίσω να ρωτάω τα «δικά μου», για ηχογραφήσεις, studio, μουσικούς κλπ). Στην αρχή αρνήθηκε, αλλά το απόγευμα με ηχητικό μήνυμα που μου άφησε στο κινητό (που το ’χω «σώσει» και το φυλάω σαν «κόρη οφθαλμού») με παρακάλεσε αν μπορώ να πάω να τους πάρω με τη σύζυγό του Αιμιλία. Κι έτσι έγινε. Φτάσαμε στο κατάμεστο από κόσμο θέατρο και λίγο μετά ξεκίνησε η συναυλία… Ανάμεσα σε πολλά από τα τραγούδια προβλήθηκαν video-ντοκουμέντα από την πορεία του συνθέτη, ενώ το σκηνικό ήταν απλό και λιτό με ντεκόρ τα εξώφυλλα των δίσκων του. Δεν θα ξεχάσω πως όταν ακούστηκε το «Κάτι παιδιά που αγαπάνε το τραγούδι» σε στίχους Κώστα Ριτσώνη, ένα τραγούδι που αφιερώθηκε στον Στέλιο Καζαντζίδη, στην οθόνη ξεπρόβαλλε η μορφή του Στέλιου, ο οποίος δυο βδομάδες πριν είχε φύγει από τη ζωή…

Το άγχος και το τρακ δεν περιγράφονται με λόγια. Έχετε φανταστεί τι είναι να παίζεις και να τραγουδάς μπροστά στον Σταύρο Κουγιουμτζή; 

Ακούστηκαν τα τραγούδια:


Μέρος 1ο

1) Τα πρώτα λόγια (στίχοι: Μάνος Ελευθερίου, βασισμένο σε μια παλιά Εβραϊκή προσευχή)
2) Όταν ανθίζουν πασχαλιές (στίχοι Σταύρος Κουγιουμτζής)
3) Κάτι παιδιά που αγαπάνε το τραγούδι (Κώστας Ριτσώνης)
4) Μ’ έκοψαν με χώρισαν στα δυο (Γιώργος Θέμελης)
5) Είχα ένα καραβάκι (Σταύρος Κουγιουμτζής)
6) Ένας κόμπος η χαρά μου (Σταύρος Κουγιουμτζής)
7) Αν ήτανε να σ’ αρνηθώ (Σταύρος Κουγιουμτζής)
8) Σ’ αγαπώ (Άκος Δασκαλόπουλος)
9) Σαν τα πουλιά σκορπίσαμε (Γιάννης Λογοθέτης)
10) Ήταν πέντε, ήταν έξι (Σταύρος Κουγιουμτζής)
11) Έρημος μες στην ερημιά (Σταύρος Κουγιουμτζής)
12) Χρόνια σαν βροχή (Μάνος Ελευθερίου)
13) Ο δραπέτης (Λάζαρος Ανδρέου)
14) Αυτός ο κόσμος (Σταύρος Κουγιουμτζής)
15) Να ‘μουν ο Μεγ’ Αλέξανδρος (Σώτια Τσώτου)
16) Μη γυρεύεις ομορφιές (Σταύρος Κουγιουμτζής)
17) Το σακάκι μου κι αν στάζει (Άκος Δασκαλόπουλος)
18) Όλα καλά (Σταύρος Κουγιουμτζής)
19) Ο ουρανός φεύγει βαρύς (Σταύρος Κουγιουμτζής)
20) Γεια χαρά καλή (Κώστας Βάρναλης)

Μέρος 2ο
1) Κάπου νυχτώνει (Σταύρος Κουγιουμτζής)
2) Χασάπικο (Γιώργος Θέμελης)
3) Μάτια μου, μάτια μου (Λευτέρης Παπαδόπουλος)
4) Τα χρέη της καρδιάς σου (Μάνος Ελευθερίου)
5) Χάντρα στο κομπολόι σου (Άκος Δασκαλόπουλος)
6) Στο λιμάνι (Είπες αντίο) (Σταύρος Κουγιουμτζής)
7) Μου δοσ’ ο πλάστης την καρδιά (Άκος Δασκαλόπουλος)
8) Τα σκούρα μάτια (Λευτέρης Παπαδόπουλος)
9) Του κάτω κόσμου τα πουλιά (Μάνος Ελευθερίου)
10) Οι ελεύθεροι κι ωραίοι (Μάνος Ελευθερίου)
11) Κάποιος χτύπησε την πόρτα (Λευτέρης Παπαδόπουλος)
12) Το κόκκινο φουστάνι (Κώστας Κινδύνης)
13) Καλαμαριά (Θανάσης Παπαδόπουλος ή Μαργαρίτης)
14) Στα χρόνια της υπομονής (Μάνος Ελευθερίου)
15) Βασανάκι, βασανάκι (Σταύρος Κουγιουμτζής)
16) Που ‘ναι τα χρόνια (Άκος Δασκαλόπουλος)
17) Τώρα που θα φύγεις (Μάνος Ελευθερίου)
18) Μη μου θυμώνεις μάτια μου (Σταύρος Κουγιουμτζής)
19) Να ’τανε το ’21 (Σώτια Τσώτου)

Όπως φαίνεται παραπάνω, στο ρεπερτόριο, εκτός από τα γνωστά κομμάτια, υπήρχαν και πολλά από τα «αδικημένα», απ’ αυτά που αρέσουν σε όλους μας, αλλά, δυστυχώς, ελάχιστα ακούγονται στα ζωντανά προγράμματα και τις ραδιοφωνικές συχνότητες. Και παρατηρούσα την έκπληξη του Σταύρου, αλλά και της Αιμιλίας, όταν άκουγαν κάποιο απ’ αυτά. Μάλιστα, απ’ ότι έμαθα μετά, ο Σταύρος είπε σε κοινό γνωστό μας, ότι αυτό δεν ήταν απλή συναυλία, ήταν πραγματική έρευνα.

Η ομιλία του Σταύρου Κουγιουμτζή


Κι ενώ όλα πήγαιναν καλά κι ενώ φρόντιζα να βιντεοσκοπώ όλες τις εμφανίσεις του συγκροτήματος, κάποια στιγμή στο δεύτερο μέρος, αντελήφθην ότι είχαμε ξεχάσει να ανοίξουμε την κάμερα. Έπαθα «σοκ»! Αλλά εκείνη τη στιγμή και στο σημείο που βρισκόταν η κάμερα ήταν αδύνατο να την ανοίξουμε. Έτσι, δεν σώθηκε τίποτα, εκτός από μια πολύ κακή ηχογράφηση, στην οποία υπήρχε, ευτυχώς, η ομιλία του συνθέτη στο τέλος της εκδήλωσης, όταν τον καλέσαμε στη σκηνή για την απονομή μιας αναμνηστικής πλακέτας και μιας ανθοδέσμης…

«Όταν μέναμε στην Αθήνα ακόμη, το ‘75 περίπου, θυμάμαι πως μέναμε στο Μαρούσι. Ένα πρωινό δεν είχα όρεξη να δουλέψω και πήγα στην Πάρνηθα να περπατήσω λιγάκι και να πάρω καθαρό αέρα. Στους πρόποδες της Πάρνηθας, άφησα κάπου το αμάξι και άρχισα να ανηφορίζω το δρόμο, ένα στενό δρόμο που είχε για να πας επάνω. Πρόσεξα ότι είχαν βάλει καινούργια άσφαλτο και ήτανε μαύρη η άσφαλτος, ένα πηχτό πράγμα… Και φαινότανε ενός, δύο μηνών περίπου, άσφαλτος καινούργια, ολοκαίνουργια. Κι όπως βάδιζα έτσι κι έβλεπα τη μαυρίλα αυτή, ξαφνικά μου έκανε εντύπωση, στο δρόμο στην άκρη δεξιά, ένα λουλουδάκι, κατόρθωσε να βγει μέσα απ’ την πίσσα αυτή της ασφάλτου. Όταν το είδα έτσι, συγκινήθηκα, σταμάτησα και χαμήλωσα λιγάκι, έσκυψα και το θαύμαζα συγκινημένος… Πώς μπόρεσε αυτό το λουλουδάκι, ένα λεπτό πραγματάκι ήτανε, έτσι ένα πολύ μικρό, να βγει μέσα απ’ αυτή τη μαύρη άσφαλτο…

Σήμερα που ο ουρανός σκοτεινιάζει και τα τύμπανα του πολέμου ηχούν απειλητικά, μου ήρθε αυτό το λουλουδάκι πάλι στη σκέψη μου, γιατί αυτή η βραδιά, έμοιαζε σαν εκείνο το λουλουδάκι και ευχαριστώ όλα τα παιδιά, όλους τους συντελεστές αυτής της βραδιάς που μας θύμισαν μια αισιόδοξη προοπτική για το μέλλον. Ευχαριστώ πάρα πολύ…».

Η μεγάλη βραδιά τέλειωσε με μια μικρή και απλή δεξίωση.

Ο Κουγιουμτζής γενικά δεν μιλούσε πολύ. Όταν όμως τον ρωτούσες κάτι, ήταν πρόθυμος να σου εξηγήσει τα πάντα με κάθε λεπτομέρεια. Για το χιούμορ του δεν υπάρχουν λόγια… Το βράδυ της συναυλίας είχα την τύχη και την τιμή να τους ξαναπάω στο σπίτι. Αλησμόνητη βραδιά… βραδιά ζωής…

Τα επόμενα χρόνια και μια συναυλία ακόμα


Στη συνέχεια κρατήσαμε επαφή... Θεωρούσα τον εαυτό μου ιδιαίτερα προνομιούχο, που μπορούσα να σηκώσω το τηλέφωνο και να του μιλήσω… Μάλιστα, λίγες μέρες μετά τη συναυλία, «επωφελήθηκα» της γνωριμίας μας και του ζήτησα κάποια σπάνια βίντεο από το αρχείο του για να τα αντιγράψω. Μου τα εμπιστεύτηκε χωρίς δισταγμό… Ξέχασα να σημειώσω πως κάποια χρόνια πριν, ο πατέρας μου, του είχε ζητήσει κάποια από τα πρώτα τραγούδια του, τα οποία είχαν αποσυρθεί από την κυκλοφορία και με μεγάλη χαρά, του τα έγραψε σε μια TDK 60άρα κασέτα.

Στις 5 Δεκεμβρίου 2001 ο Δήμος Καλαμαριάς διοργάνωσε μια μεγάλη συναυλία προς τιμήν του στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης, με όλα τα μουσικά τμήματα του Δήμου και τρεις σολίστες τραγουδιστές, τους Μανώλη Χατζημανώλη, Παντελή Θεοχαρίδη και Μαρία Κουγιουμτζή. Συμμετείχαν η Ορχήστρα Σύγχρονης Ελληνικής Μουσικής, της οποίας την καλλιτεχνική διεύθυνση είχε ο μαέστρος και συνθέτης Άκης Γεροντάκης, η Συμφωνική Ορχήστρα, η Μικτή Χορωδία και η Νεανική Χορωδία Ιεράς Μητροπόλεως Νέας Κρήνης και Καλαμαριάς. Μπουζούκι έπαιξε ο Γιώργος Καραμφίλλης, ενώ ο υπογράφων είχε τη χαρά και την τιμή να συμμετέχει στην ορχήστρα παίζοντας κιθάρα…

Ο Σταύρος παρακολούθησε συγκινημένος την εκδήλωση, αλλά και την πρόβα τζενεράλε, κάνοντας, διακριτικά πάντα, κάποιες τελευταίες παρατηρήσεις και συμπληρώσεις… Ήταν από τις φορές που, μετά από πολλές ημέρες και ώρες προβών, η κούραση ήταν ανύπαρκτη και παρακαλούσες, «μαζοχιστικά» ίσως, η πρόβα να διαρκέσει περισσότερο, για να προκύψουν κι άλλες παρατηρήσεις, για τα ακόρντα, τις πενιές, τα piano και τα forte ή για το tempo των τραγουδιών…

Τον Μάιο του 2003 τον προσκαλέσαμε να παραβρεθεί σε μια συναυλία που θα κάναμε με τους «Ταξιδιώτες». Ο Σταύρος, ενώ αρχικά υποσχέθηκε πως θα έρθει, τελικά δεν μπόρεσε να παραβρεθεί και την επομένη της συναυλίας μου τηλεφώνησε για να ζητήσει συγνώμη που αθέτησε το λόγο του και να ρωτήσει πώς πήγε η συναυλία! Τέτοιος άνθρωπος ήταν…

Τελευταία φορά που μιλήσαμε ήταν στα τέλη του Γενάρη του 2005, όταν του τηλεφώνησα για να μάθω τους μουσικούς που έπαιζαν στο δίσκο «Να ’τανε το ‘21». Το επόμενο τηλεφώνημα, που είχε σχέση με τον Σταύρο έγινε από μια φίλη μου το μοιραίο βράδυ της 12ης Μαρτίου εκείνης της χρονιάς…

Το τριήμερο της Καθαράς Δευτέρας που μας πέρασε, με επισκέφθηκε ένας καλός φίλος από την Αθήνα. Διαμορφώνοντας το πρόγραμμα του τριημέρου, μου είπε: «Σε παρακαλώ, θέλω να πάμε οπωσδήποτε στο μνήμα του Κουγιουμτζή, να ανάψω ένα κερί… Ο άνθρωπος μας δίδαξε πολιτισμό…» Για να με ρωτήσει στη συνέχεια: «Εσύ που τον γνώρισες, πώς ήταν σαν άνθρωπος;» «Ο Σταύρος ήταν τα τραγούδια του… Αυτό που ακούς στα τραγούδια του, αυτό ήταν» του είπα…

Αν και δεν συνηθίζω να κατηγοριοποιώ τους ανθρώπους, επιτρέψτε μου να κάνω μια εξαίρεση για τον Κουγιουμτζή και στη δική μου «Αγία Τετράδα» των Ελλήνων συνθετών, να τον τοποθετήσω δίπλα στον Μίκη Θεοδωράκη, τον Βασίλη Τσιτσάνη και τον Απόστολο Καλδάρα… Όμως η σχέση και η συγκίνηση που προκαλείται από τα τραγούδια αλλά και την παρουσία του Κουγιουμτζή, είναι πολύ διαφορετική… Είναι κάτι άλλο, που δεν αποτυπώνεται σε κανονικό ή διαδικτυακό χαρτί… Είναι μια σχέση που την Πρωτομαγιά του 2009 «σφραγίσθηκε» με τον καλύτερο τρόπο, όταν η κόρη του η Μαρία, με «στεφάνωσε» στην Μητρόπολη της Καλαμαριάς…

Αυτός ήταν λοιπόν ο «δικός μου» Σταύρος Κουγιουμτζής, έτσι όπως τον γνώρισα μέσα από τα τραγούδια του, αλλά και μέσα από μικρές προσωπικές στιγμές που θα μείνουν αλησμόνητες στο διάβα του χρόνου και δείχνουν το ποιόν του ανθρώπου…

Σαν κατακλείδα, νιώθω την ανάγκη να σημειώσω πως η Καλαμαριά, ο τόπος που τίμησε ο Κουγιουμτζής με τη μόνιμη διαμονή του από το 1988 ως το τέλος, του οφείλει πολλά… Θεωρώ πως οι αρχές της πόλης θα πρέπει να τον τιμήσουν αναλόγως, το λιγότερο, με ένα δρόμο ή μια πλατεία που θα φέρουν το όνομά του… Η συμπλήρωση των 10 χρόνων από την 12η  του Μάρτη του 2005, είναι η καλύτερη αφορμή…

Video

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Το τραγούδι αλλιώς, στο email σας!

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα στο χώρο της καλής μουσικής!