Όταν ο Βάρναλης είχε κάνει reserve!

Πάει και το Πάσχα, πέρασε, αυτό ήταν. Τώρα πάμε βουρ για μια άλλη γιορτή της άνοιξης, το τριήμερο της Πρωτομαγιάς.
Το Πάσχα όμως δεν είναι μια απλή γιορτή της ορθοδοξίας.

Είναι η μεγαλύτερη και λαμπρότερη με τεράστια εννοιολογική εσωτερικότητα. Είναι το ανοιξιάτικο αεράκι και η περιφορά του Επιταφίου.

Είναι «Η ζωή εν τάφω» και το «Άξιον εστί». Είναι το «Ω γλυκύ μου έαρ», ένας απ’ τους πιο γλυκούς και εξαιρετικούς Βυζαντινούς ύμνους, είναι η μυρωδιά απ’ το λιωμένο κερί, τα λουλούδια που μοσχοβολάνε.

Είναι η ψυχική έκσταση με την κορύφωση της Ανάστασης που σημειολογεί μια νέα επανεκκίνηση μετά από ένα θάνατο και δημιουργεί μια ελπίδα για κάτι καινούργιο που έρχεται και που το έχουμε τόσο μεγάλη ανάγκη ιδιαίτερα αυτή τη δύσκολη εποχή.

Είναι εν τέλει πέρα απ’ το συνδυασμό της θλίψης του επιταφίου με την αναγέννηση της Ανάστασης η έκρηξη της φύσης που αναβλύζει χρώματα και μυρωδιές.

Ανεβαίνοντας την Κυριακή του Πάσχα το δρόμο του Πηλίου προς τη Μακρυνίτσα βλέποντας αυτά τα καταπληκτικά αιωνόβια και βάλε, σπίτια του χωριού, θαρρείς και κρέμονται από το λαιμό του βουνού μέσα στην αγκαλιά του και τα τελευταία προς τα κάτω στη ρίζα του σα να θέλουν να αγγίξουν τα μαγικά νερά του Παγασητικού. Μια καταπράσινη φύση, ολοζώντανη μετά από το χιονιά και τις βροχές του χειμώνα σ’ ένα τοπίο που ηρεμεί τις αστικές μας νευρώσεις. Ένα μαγικό πολύχρωμο κομμάτι απ’ τη βεντάλια του Δημιουργού.

Πλάι στα πλακόστρωτα σοκάκια της Μακρυνίτσας ένα μυρωδάτο πολύχρωμο χαλί από βιολέτες, γαρδένιες, πανσέδες, μαργαρίτες, ιβίσκους, ορτανσίες, αζαλέες υποδέχεται τους επισκέπτες. Δεξιά και αριστερά στα δρομάκια μικρά χαριτωμένα μαγαζάκια πουλούν τοπικά αναμνηστικά, χειροποίητα και βότανα δια «πάσαν νόσον» ενώ στις βεράντες των σπιτιών σουβλίζουν αρνιά και κοκορέτσια κάτω από τους ήχους εορταστικών τραγουδιών.

Πιο κάτω συναντάμε την εξαιρετική πλακόστρωτη πλατεία με την εκκλησία του Αγ. Ιωάννη που ονομάζεται το μπαλκόνι του Πηλίου με την εκπληκτική θέα στο Βόλο και τον Παγασητικό, με τη βρύση με τα λιοντάρια όπου από το στόμα τους αναβλύζει δροσερό πηλιορείτικο νερό. Λίγα μέτρα πιο πέρα το μικρό καφενείο «Θεόφιλος» όπου στο εσωτερικό του υπάρχει μια τοιχογραφία με έργο του μεγάλου λαϊκού ζωγράφου Θεόφιλου Χατζημιχαήλ.

Ο Θεόφιλος έζησε 30 χρόνια περίπου στο Πήλιο και ζωγράφιζε τοίχους σπιτιών και καφενείων για ένα πιάτο φαγητό. Επειδή δε, φορούσε φουστανέλα όπως οι ήρωες που απεικόνιζε στα έργα, του έπεφτε συχνά θύμα εμπαιγμού και περιφρόνησης λόγω των ενδυματολογικών του επιλογών.

Ο Σεφέρης έλεγε πως «ο Θεόφιλος έπλυνε την όρασή μας». Η γενέτειρα του Θεόφιλου ήταν η Μυτιλήνη. Ρώτησε κάποιος ένα γέροντα στη Μυτιλήνη τι γνώμη είχε για το Θεόφιλο και εκείνος του απάντησε «μεταξωτός άνθρωπος που τα εργόχειρά του νοικοκυρεύουν την ψυχή μας». Αυτό αποτελεί κριτική μεγάλης κλάσης από έναν απλό άνθρωπο και δεν θα μπορούσε να το σκεφτεί ούτε ο μεγαλύτερος κριτικός έργων.

Το μεσημέρι φάγαμε στην ταβέρνα «Κάρδαμος» όπου μας σέρβιρε νοστιμότατο ψητό κατσίκι και κοκορέτσι που ψήνονταν σε χαμηλή φωτιά όλη τη νύχτα και γευστικές τηγανιές με χοιρινό και κοτόπουλο και ένα εξαιρετικό καρπάτσιο από ψητό μοσχάρι με πιπεριές και ντομάτα. Εντύπωση μου έκανε ότι σε μερικά τραπέζια αντί για την κλασσική ταμπέλα reserve υπήρχε μια άλλη ξύλινη σκαλιστή με τη λέξη «αλλουνού». Τότε μου ήρθε στο μυαλό μου ένα πραγματικό περιστατικό με τον μεγάλο μας ποιητή Κώστα Βάρναλη που όταν κάποιος τον ρώτησε: τι είδους γυναίκα του αρέσει, εάν του αρέσει η ξανθιά, η μελαχρινή, η αδύνατη, η παχουλή κλπ… ο μπάρμπα Κώστας του απάντησε μονολεκτικά αλλά καταλυτικά: «τ’ αλλουνού».
allounou12.jpg
Το απόγευμα στο γυρισμό κυριαρχούσε η μελαγχολία της επιστροφής αλλά ευτυχώς το βλέμμα μας είχε αιχμαλωτίσει αμέτρητες γοητευτικές εικόνες όπου θα απελευθερώνουμε μία προς μία για να μπορέσουμε να πορευθούμε στην ανυπόφορη καθημερινότητα που θα αντιμετωπίσουμε στην επαύριο. Χρόνια σας πολλά.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Το τραγούδι αλλιώς, στο email σας!

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα στο χώρο της καλής μουσικής!