Μια Κυριακή στην οδό Φυλής 115

Η Κυριακή ήταν πάντα μια διαφορετική μέρα, μια άλλη μέρα, ήταν η αρχόντισσα της εβδομάδας.
Γυρίζω αρκετές δεκαετίες πίσω, γύρω στο τέλος της δεκαετίας του ’60 και αρχές του ’70, στο μεταίχμιο της προεφηβικής και της εφηβικής μου αθωότητας.

Εκεί που συγκρουόταν στο πολιτικό και στο κοινωνικό περιβάλλον, το φως μες το σκοτάδι, το άσπρο με το μαύρο και ανέδυε ένα ιδιαίτερο γκρι χρώμα στολισμένο όμως με ένα χαμόγελο και μια αισιοδοξία που ήταν ο οπλισμός της προηγουμένης γενιάς μετά από τόσες ταλαιπωρίες και συμφορές που πέρασε.

Μόλις άνοιγες το παράθυρο στο μπαλκόνι της οδού Φυλής 115 καταλάβαινες αμέσως ότι είναι Κυριακή.

Ο ήλιος και η συννεφιά ανάλογα με τον καιρό φόραγαν μια διαφορετική φορεσιά, φόραγαν τα «καλά τους».

Τότε δεν υπήρχε η αργία του Σαββάτου και η Κυριακή ήταν η μοναδική ανάσα μέσα στην εβδομάδα.

«Κυριακή γιορτή και σχόλη να ‘ταν η βδομάδα όλη» έλεγαν οι παλαιότεροι έξω στους δρόμους και οι θόρυβοι ήταν διαφορετικοί.

Ήταν χαμηλόφωνοι και διακριτικοί χωρίς υπερβολές, λες και ήθελαν να σεβαστούν το αργοπορημένο πρωινό Κυριακάτικο ξύπνημα ή ήθελαν να αφουγκραστούν ό,τι συνέβαινε στο εσωτερικό των σπιτιών ή των διαμερισμάτων. 

Από τα πλαϊνά παράθυρα μας κύκλωναν οι μυρωδιές των φαγητών που μαγείρευαν οι νοικοκυρές και μεθούσαν τις αισθήσεις.

Τότε όπου το κρέας μοσχοβολούσε όπως και η ντομάτα και το πεπόνι δεν είχε γεύση «φαρμακοποτισμένου» αγγουριού.

Εκείνη την εποχή οι νοικοκυρές μαγείρευαν καθημερινά ωραία σπιτικά φαγητά για τον άνδρα τους και τα παιδιά τους και ιδιαίτερα το Κυριακάτικο μεσημεριανό τραπέζι είχε μια διαδικασία τελετουργική. Βλέπετε δεν υπήρχαν τότε οι «ντελιβεράδες» και τα fast foods.

Τα παιδιά ήξεραν τη φάβα, το σπανακόρυζο, τον μουσακά, τις σουπιές με τα χόρτα, το αρνάκι φρικασέ και άλλα πολλά εξαιρετικά εδέσματα.

Ας είναι βέβαια καλά οι Ελληνίδες της Μικράς Ασίας που ήρθαν στην Ελλάδα και έμαθαν στους κατοίκους των αστικών περιοχών τι σημαίνει καλό φαγητό.

Χτυπούσε το κουδούνι την Κυριακή το πρωί, άνοιγα την πόρτα και εφορμούσαν οι φίλες της μητέρας μου και στο σπίτι άρχιζε μια μικρή γιορτή. Το πετρογκάζ στο φόρτε του, έψηνε καφέδες κατά ριπάς, τα γλυκά του κουταλιού έσταζαν γλυκάδα και μεράκι κι άρχιζαν ατελείωτες συζητήσεις. Γέλια, πειράγματα και κάποια αθώα κουτσομπολιά πηγαινοερχόντουσαν σαν το μπαλάκι του πινγκ-πονγκ.

Πρώτη και καλύτερη η κυρία Βενετία από το διπλανό διαμέρισμα, που ήρθε από την Πόλη με τον άνδρα της τον Κυρ Κώστα που του άρεσε πολύ το «ντούζικο» (έτσι έλεγαν στη Πόλη το ούζο) και ο παστουρμάς.

Η κυρία Βενετία, ήταν μια φινετσάτη αρχοντοντυμένη Πολίτισσα που κουβαλούσε πάνω της και στη ψυχή της, τα στολίδια και τα λούσα μιας αξέχαστης εποχής για τον Ελληνισμό. Οι κουβέντες της και οι περιγραφές της, ήταν ένας μεγάλος μπαχτσές με πολύχρωμα λουλούδια όπου εγώ μαζί με τη ξαδερφούλα μου από τον Βόλο, την Ουρανία, την επισκεπτόμασταν συχνά. Καθόμασταν σε μια γωνιά και ρουφάγαμε απολαυστικά κάθε της λέξη.

Αυτό που λείπει ζωτικά σήμερα από τη ζωή μας είναι «Οι Παραμυθάδες», αυτοί που ήξεραν να αφηγούνται καταπληκτικά πράγματα.

Ήταν μια απολαυστική μέθεξη βουτηγμένη στη νοσταλγία˙ με πόνο, γέλιο και πολλά αναπάντητα γιατί, πασπαλισμένα με μπόλικο μπαχάρι.

Όταν άνοιγα το ραδιόφωνο ήταν σαν να άνοιγα να μπούνε οι άλλοι φίλοι μας. Νωρίς το πρωί ο Νίκος Γούναρης, ο Γιάννης Βογιατζής, ο Τόνυ Μαρούδας και πολλοί άλλοι που αποτελούσαν τον κόσμο του ελαφρού τραγουδιού. Γύρω στις 12 το μεσημέρι έμπαινε σαν σίφουνας ο Γιώργος Οικονομίδης με την εκπομπή «Νέα ταλέντα». Η φωνή του Οικονομίδη «Φίλοι μου αγαπημένοι» ακόμα ηχεί στα αυτιά μου. Ο Οικονομίδης, ήταν ένας χαρισματικός κονφερασιέ με ωραία αριστοκρατική παρουσία και μεγάλη ακτινοβολία. Μέσα από την εκπομπή του ανεκάλυψε μεγάλες φωνές, όπως της Μούσχουρη, της Τζένης Βάνου, της Βίκυς Μοσχολιού, του Κώστα Χατζή, του Χάρρυ Κλυνν και πολλών άλλων. Οι παρλάτες του και οι ατάκες του, δεν είχαν ίχνος χυδαιότητας και έμμετροι αυτοσχεδιασμοί της στιγμής. Τώρα θυμήθηκα μέσα από το βραχνό μικρόφωνο του ραδιοφώνου να βγαίνουν οι φωνές του Δημήτρη Μυράτ και της Βούλας Ζουμπουλάκη στο θρυλικό έργο του Λουίτζι Πιραντέλλο «Απόψε Αυτοσχεδιάζουμε» μέσα από την εκπομπή του Αχιλλέα Μαμάκη «Το θέατρο στο μικρόφωνο», «Η παράσταση δεν είναι φώτα, δεν είναι σκηνικό, είναι οι άνθρωποι, εσείς κι εγώ. Είναι οι γυναίκες που μας μιλούν, είναι τα παιδιά που μας κοιτούν….».

Γύρω στη μία το μεσημέρι άρχιζαν οι διαφημιστικές εκπομπές των δισκογραφικών εταιριών. Η Columbia δειγμάτιζε τις νέες κυκλοφορίες με μουσική τίτλων τη «Συννεφιασμένη Κυριακή». Η Odeon - Parlophone (πρόδρομος της Minos) με τους «Γλάρους» του Πάνου Γαβαλά και η Lyra του Πατσιφά που έπαιζε από το «Τι Λωζάννη τι Κοζάνη» μέχρι το Jesus Christ Superstar του Webber έκανε intro με το ρολόι του Γιώργου Ρωμανού.

Αξέχαστη θα μείνει η φωνή του Γιώργου Λεφεντάριου στην εκπομπή της Minos να λέει «και τώρα το τραγούδι του Πάριου» και ενδιάμεσα του τραγουδιού να φωνάζει «Μπράβο Πάριε, τραγούδα Πάριε». 

Εκείνη την εποχή παρ’ όλο που υπήρχαν συνθέτες ολόκληρα θηρία όπως ο Χατζιδάκις, ο Θεοδωράκης, ο Λοΐζος, ο Σπανός, ο Κουγιουμτζής, η πατρότητα των τραγουδιών ανήκε μόνο στους τραγουδιστές. Όσον  αφορά τους στιχουργούς, ελάχιστη τους δίναν σημασία.

Ήταν κάτι ανάλογο με ό,τι συμβαίνει και συνέβαινε με τους φαρμακοποιούς. Όταν έφτιαχναν οι ίδιοι τα φάρμακα τους έλεγαν φαρμακοπώλες ενώ σήμερα που δεν τα φτιάχνουν, τους λένε φαρμακοποιούς. Τις απογευματινές ώρες έμπαιναν από το Ραδιόφωνο άλλες παρέες, άλλοι φίλοι. Οι Beatles, οι Rolling Stones, οι Animals, οι Kinks, ο Tom Jones, η Rita Pavone και το μουσικό περιβάλλον υποδεχόταν άλλους ήχους και μουσικές τεχνοτροπίες.

Παρ’ όλο που οι πρωινές παρέες με τις απογευματινές ήταν εντελώς διαφορετικές και ανομοιογενείς, υπήρχε τρόπος και διάθεση από τη πλευρά μας να συγχρωτιστεί η διαφορετικότητά τους. Όλοι ήταν καλοδεχούμενοι στις φιλόξενες αγκαλιές και ψυχές μας.

Το κυρίαρχο θέμα της Κυριακής για τον ανδρικό πληθυσμό, ήταν το ποδόσφαιρο. Από το πρωί στα καφενεία ατέλειωτες συζητήσεις για τα ματς της ημέρας, για τα γήπεδα, που θα πάνε ή τις ραδιοφωνικές μεταδόσεις των αγώνων του απογεύματος, με πολλά πειράγματα, αστεία και συνθήματα. Όλα αυτά μέσα σε μια ατμόσφαιρα φιλική και πολιτισμένη με διάθεση χαράς και απόλαυσης.

Συνήθως προς το βραδάκι υπήρχε στο μενού της ημέρας πολλές φορές το σινεμαδάκι, όπου εκεί συναντούσαμε άλλους φίλους μας και ήρωες μας ντόπιους ή ξένους όπως τον Κούρκουλο, τον Αλεξανδράκη, τη Λάσκαρη, τον Κλιντ Ίστγουντ, τον Λουί Ντε Φυνές, τον Ζαν Πολ  Μπελμοντό και πολλούς άλλους. 

H τελευταία αδημονία και γλύκα της Κυριακής είναι η αναμονή για τα αποτελέσματα του ΠΡΟΠΟ και η Αθλητική Κυριακή με τη φωνή του Διακογιάννη. Όλοι σχεδόν παίζαμε ΠΡΟΠΟ αλλά τελικά κανείς δεν κέρδιζε.

Και μετά απ’ όλα αυτά ξεκινούσε μια ήπια κατάθλιψη με τη σκέψη ότι τη Δευτέρα θα πηγαίναμε πάλι σχολείο. Αν δε, η πρώτη ώρα ήταν τα Μαθηματικά και το γεγονός ότι θα βλέπαμε τον θηριώδη αλλά και πολύ καλό καθηγητή Διαούρτα, τότε μεγάλωνε η μελαγχολία. Ο Διαούρτας, ο οποίος είχε ένα άμεσο και σαρκαστικό χιούμορ έλεγε «Αμ το ‘λεγα εγώ, το Γυμνάσιο πρέπει να γίνει οκτατάξιο». Κι όταν τον ρωτάγαμε «Γιατί, κύριε καθηγητά;», απαντούσε «Γιατί και τα τούβλα για να ψηθούν χρειάζονται οκτώ μέρες».

Η σχέση μας με την Κυριακή, ήταν μια σχέση ερωτική. Είναι σαν την ερωμένη, όπου ζούμε με την αναμονή της συνάντησης και όταν φεύγει συντηρούμε τον ψυχισμό μας, με την αναμονή της επόμενης συνάντησης.

Έτσι απλά, κάποιες σκέψεις με νοσταλγία.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Το τραγούδι αλλιώς, στο email σας!

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα στο χώρο της καλής μουσικής!