Τα «παρεξηγημένα» λαϊκοδημοτικά!

Τα δημοτικά τραγούδια μπορεί να ταξίδευαν από στόμα σε στόμα, από περιοχή σε περιοχή, με τις όποιες παραλλαγές του, να εξέφραζαν όλο τον λαό, αλλά σίγουρα δεν γράφτηκαν από απλούς αμόρφωτους ανθρώπους.
Κάθε άλλο. Τα δημοτικά τραγούδια, αυτά τα παντοτινά διαμάντια δημιουργήθηκαν από μεγάλους τεχνίτες, εμπνευσμένους μαστόρους, διαλεκτούς τραγουδοποιούς. Δυστυχώς στον προπερασμένο αιώνα, και στις πρώτες δεκαετίες του περασμένου, η απουσία της δισκογραφίας δεν έδωσε ονοματεπώνυμο στα θεϊκά αυτά άσματα. Στο πέρασμα των καιρών η παράδοση αποτέλεσε γόνιμο σκαλοπάτι πάνω στο οποίο πάτησε ή μπολιάστηκε το σμυρνέϊκο, το ρεμπέτικο, το λαϊκό του ’50, το έντεχνο, το ορθόδοξο λαϊκό, οι τραγουδοποιοί, το σύγχρονο λαϊκό τραγούδι. Τα μπουζούκια παντρεύτηκαν με τα κλαρίνα, τα βιολιά, τις λύρες σε γλέντια, πανηγύρια, χαρές. Δεν υπάρχουν δογματισμοί στις καρδιές του λαού. Το όμορφο, το περίτεχνο βρίσκει φλέβα ν’ αγγίξει.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 , στο κέντρο της Αθήνας αντηχούσαν νότες από κλαρίνα, βιολιά, λύρες και λαούτα. Δεκάδες μαγαζιά με παραδοσιακό ρεπερτόριο φιλοξενούσαν στα αυτοσχέδια πάλκα τους κορυφαίους εκτελεστές και τραγουδιστές του είδους, ενώ παράλληλα αποτελούσαν τόπο συνάντησης των επαρχιωτών που κατέκλυζαν την πρωτεύουσα. Η αντιπαροχή σαν αφηνιασμένος χείμαρρος γκρέμιζε την τάξη και την αίγλη του παρελθόντος και γύρω απ’ τους σταθμούς και τις αφετηρίες των υπεραστικών λεωφορείων σχηματίζονταν μεγάλες ουρές. Τα καφενεία μετατρέπονταν σε τηλεφωνικά κέντρα και η Ομόνοια γινόταν κέντρο διερχομένων. Στα περίφημα στέκια των δημοτικών, οι εσωτερικοί μετανάστες έβρισκαν φιλοξενία, φιλική συντροφιά, απολαμβάνοντας αγαπημένες μουσικές και τραγούδια συνοδεία κοτόπουλου σούβλας, χωριάτικης σαλάτας, βαρελίσιου κρασιού και μπίρας. Κοντά σ’ αυτούς μυήθηκαν και πολλοί Αθηναίοι, που εκτίμησαν την αυθεντικότητα αυτών των χώρων.

Στη δισκογραφία και τα κέντρα, τα συρτά, τα καλαματιανά, τα καγκέλια, τα τσάμικα, ο μαντιλάτος παντρεύονταν αρμονικά με τσιφτετέλια και ήχους μπουζουκιών, ενώ το κλαρίνο, το βιολί και η λύρα έδιναν χρώμα σε ζεϊμπέκικα, χασάπικα και ρούμπες. Μια νέα γενιά καλλιτεχνών, απ’ τα σπλάχνα του δημοτικού τραγουδιού, ζυμωμένων μέσα από τις εμπειρίες τους και τις μεγάλες φωνές του είδους, έρχεται στο προσκήνιο για να εκφράσει τις νέες συνθήκες και δεδομένα, τις γέφυρες του χτες με το σήμερα, το άστυ με το χωριό. Ο πολύς Γιώργος Κόρος εμφανίζεται στο πλευρό του Στέλιου Καζαντζίδη στις Τζιτζιφιές, μαζί τους και η αηδονόλαλη Σοφία Κολλητήρη, που παράλληλα σιγοντάρει στα 45άρια κι άλλους επιφανείς καλλιτέχνες του λαϊκού. Η Γιώτα Λύδια στην αυτοκράτειρα Columbia σαρώνει τις πωλήσεις με την Ιτιά και τον Γεροτσέλιγκα και ο λόγιος Άκης Σμυρναίος διασκευάζει για τη φωνή της, μέσω της ορχήστρας του Ιδρύματος Ραδιοφωνίας, άσματα που μυρίζουν έλατο και θυμάρι. Στην αντίπαλη όχθη, αυτή των Odeon και Parlophone, ο Βαγγέλης Περπινιάδης ηχογραφεί τον Αετό και το Ο ήλιος βασιλεύει, ενώ στα πανηγύρια, στα Μεσόγεια και την Αργοναυπλία δρέπει δάφνες, άλλοτε στο πλευρό του Γιώργου Παπασιδέρη κι άλλοτε πλάι στον Γιάννη Παπαϊωάννου και τη Ρένα Ντάλια. Γενικά στις πανηγύρεις κυριαρχούν μικτές ορχήστρες με σμυρνέικο, ρεμπέτικο, λαϊκό και δημοτικό επιτελείο. Πού και πού μάλιστα, κατά τη διάρκειά τους ακούγεται και κανένα ελαφρό τραγούδι.

Ένα μεικτό, ικανό και αναγκαίο είδος , το λεγόμενο λαϊκοδημοτικό, γεννιέται. Καλούνται να το υπηρετήσουν πρωτομάστορες και ανερχόμενοι καλλιτέχνες, που συγχρόνως επανεκτελούν, στα στούντιο ηχογράφησης στον Περισσό, και το κλασικό δημώδες ρεπερτόριο, το οποίο, απούσας εν τη γενέσει του της δισκογραφίας, όπως ήδη αναφέραμε, δυστυχώς δεν φέρει, τουλάχιστον όσον αφορά τους δημιουργούς και πρώτους διδάξαντες, ονοματεπώνυμο.

Το δημοτικό τραγούδι και οι εκφραστές τους δεν μπορούσαν όμως να μείνουν στην Ιτιά και την Παπαλάμπραινα. Όπως δεν έμεινε το λαϊκό στην Φραγκοσυριανή και τις Βεργούλες. Ανεξάρτητα αν είναι εφικτό ή όχι να επαναληφθούν τέτοια αριστουργήματα. Η κάθε εποχή έχει τα δικά της τραγούδια, που με την σειρά τους έχουν τις δικές τους ρίζες. Όπως συνεχίζονται να γράφονται σύγχρονα ζεϊμπέκικα το ίδιο συμβαίνει και με τα τσάμικα και τους καλαματιανούς. Δεν στέκομαι σε φτήνιες, ακρότητες, κακέκτυπα που οδήγησαν στον κακοχαρακτηρισμό του είδους –και που δυστυχώς εξακολουθούν να υφίστανται ολοένα και πιο κραυγαλέα-

αλλά στον υγιή κορμό αυτού του ρεπερτορίου, στους μεγάλους τραγουδιστές, συνθέτες, στιχουργούς, σολίστες. Όσοι έχετε ανοιχτά τ’ αυτιά και την ψυχή σας αξίζει να τους/τα ανακαλύψετε και να χαρείτε τον πλούτο, την ψυχή και την τέχνη των πηγαίων συντελεστών που αχνοφέγγει μέσα από τραγούδια που κρύβουν αλήθειες ζωής. Δηλαδή να εστιάσουμε στο δικό μας έθνικ, το «ανατολίτικο» -όχι αυτό που μας έρχεται εκ Παρισίων βαρύγδουπα αμπαλαρισμένο και συχνά άνευ ουσίας, χωρίς να αμφισβητούμε σε κάποιες περιπτώσεις την ομoρφιά του-,το αληθινό, το ακομπλεξάριστο, το αστραφτερό, το ευφάνταστο και ζηλευτό.

Κεντρική φωτογραφία
Από αριστερά: Βασίλης Μπατσής, Αλέκος Κιτσάκης, Στυλιανός Μπέλλος, Γιάννης Κωνσταντίνου, Δημήτρης Ζάχος, Μάκης Βασιλειάδης, και Τάκης Καρναβάς.

 


 

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Το τραγούδι αλλιώς, στο email σας!

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα στο χώρο της καλής μουσικής!

ates