Ο ωραίος Βασίλης Καρράς!

Το τραγούδι δεν είναι πρωτάθλημα. Θέλει αλήθεια, ψυχή και προσωπικότητα.
40 χρόνια διαδρομής γιορτάζει ο Βασίλης Καρράς σε 2 συναυλίες με τη συμμετοχή και ερμηνευτών και δημιουργών της «έντεχνης» όχθης. Δεν θα το έλεγα δικαίωση, πάντως είναι μια μορφή αναγνώρισης της ιδιαιτερότητας του Βασίλη Καρρά. Ενός ερμηνευτή που ανδρώθηκε στα καθαρόαιμα μπουζουκάδικα της Σαλονίκης, σε δύσκολα και απαιτητικά, στέκια. Ξεκινώντας από τη συμπρωτεύουσα και τη μικρή εταιρεία Vasipap κατάφερε «με μια βαλίτσα άδεια, αλλά την καρδιά γεμάτη όνειρα» να κατακτήσει το πανελλήνιο και τις μεγάλες δισκογραφικές.

Ο Βασίλης Καρράς είναι ερμηνευτής με δική του ταυτότητα και χαρακτήρα. Ακούς τη φωνή του, στα πρώτα μόλις λόγια του τραγουδιού, και αμέσως αντιλαμβάνεσαι ποιος, τι και για ποιους τραγουδάει. Η ζωή και η διαδρομή του σαν το νόμισμα που έχει δύο όψεις. Από μικρό παιδί δούλεψε σε συνεργείο, πούλησε κουλούρια και κυνηγήθηκε από τους χωροφύλακες, όμως παράλληλα φοίτησε σε νυχτερινό τεχνικό λύκειο για να γίνει μηχανικός αυτοκινήτων. Έφηβος έχασε τον πατέρα του, και ως μεγαλύτερος αδελφός επωμίστηκε στις πλάτες το βαρύ οικογενειακό φορτίο. Κάπου εκεί ήρθαν οι πρώτες εμφανίσεις στα νυχτερινά μαγαζιά αλλά και το πρώτο 45άρι. Δερβενιώτης, Βίρβος, Μπακάλης, γράφει η αφετηρία του στη δισκογραφία. Η συνέχεια γνωστή: καταξίωση στη Θεσσαλονίκη, κάθοδος στην Αθήνα, γκρεμίζοντας το περίφημο φράγμα των Τεμπών στα νεότερα χρόνια κι ανοίγοντας τον δρόμο για τους ομότεχνους συντοπίτες του· πανελλαδική αναγνώριση.

Το λαϊκό τραγούδι στο πολύχρονο διάβα του ερμηνεύτηκε πιστά και ορθά από ανθρώπους που είχαν ζήσει στο πετσί τους τις δυσκολίες και τις αδικίες. Το συναίσθημα, οι μνήμες βγαίνουν απ’ την καρδιά και γίνονται φράσεις μουσικές, ξεπερνώντας τις όποιες αδυναμίες. Δεν έχει σημασία πόσες οκτάβες μπορεί να ανέβεις και να κατέβεις. Το τραγούδι δεν είναι πρωτάθλημα. Θέλει αλήθεια, ψυχή και προσωπικότητα.

Τι πραγματικά σημαίνει λαϊκός τραγουδιστής το αντιληφθήκαμε για μία ακόμη φορά όσοι τυχεροί βρεθήκαμε πριν από μερικά χρόνια στη φωτογράφηση του Βασίλη Καρρά στην κεντρική λαχαναγορά του Ρέντη -εξώφυλλο στο περιοδικό Όασις- και στη συνέντευξη που ακολούθησε στο καφεστιατόριο του χώρου.

Ο τρόπος που τον αγκάλιασε ο εργατόκοσμος, η ζεστασιά, η αγάπη, η εκτίμηση και ο σεβασμός που του έδειξαν. Έσφιγγαν τα χέρια με έναν δικό τους άνθρωπο, φωτογραφίζονταν με καμάρι πλάι του, μιλούσαν την ίδια γλώσσα.

Ο νους μου πάει ακόμη πιο πίσω όταν τον είχα πρωτοακούσει ζωντανά το 1987, νέο κι ωραίο στην Θεσσαλονίκη, είδα έναν τραγουδιστή με χρώματα από Στέλιο, Στράτο και Μανώλη να διασκεδάζει τους θαμώνες νυχτερινού κέντρου που έπιναν νερό στο όνομά του. Το ρεπερτόριό του ήταν κάτι «πειραγμένα» νταλκαδιάρικα λαϊκά που όμως πατούσαν γερά στην παράδοση του είδους, και βέβαια τα κλασικά τραγούδια των μεγάλων δασκάλων στα οποία ο Καρράς έδινε το απαιτούμενο σύγχρονο -τότε- νεύρο και την πνοή που απαιτούσαν οι καιροί.

Στο νου μου έρχονται τα λόγια του Σωκράτη Μάλαμα, που μου τον χαρακτήρισε ως Gentleman & το πιο εντάξει καρντάσι στην πιάτσα αλλά και αυτά του Μάνου Ξυδούς με την περίφημη ιστορία με το «κόψε ένα χαρτί» και την κατάληξή του: «Από 'κει και πέρα δεν μπορεί να μου πει κανείς τίποτα για τον Βασίλη Καρρά...».

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Το τραγούδι αλλιώς, στο email σας!

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα στο χώρο της καλής μουσικής!

test1714110466