8/2/1981 - Ήμουν στη θύρα 7…

(ΑΛΗΘΙΝΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ) Φύγαμε μόλις λίγα λεπτά πριν τη λήξη του αγώνα γιατί ο «μεγάλος» εξάδελφός μου, ο οποίος και με είχε υπό την προστασία του, είχε ραντεβού και δεν τον «έπαιρνε» να αργήσει.
Εγώ είχα κλείσει τα 13 κι εκείνος τα 17. Ο θείος μου και νονός και των δυο μας παρακολουθούσε το παιχνίδι από τη θύρα 10. Μαζί είχαμε πάει στο γήπεδο, αλλά θα φεύγαμε χώρια λόγω των «υποχρεώσεων» του ξαδέλφου... Θεούς μας είχε κάνει να δούμε τον αγώνα παρέα αλλά εμείς ήμασταν «άρρωστοι» και μόνο στη 7 βρίσκαμε «γιατρειά».

Δεν καθόμασταν στην καρδιά των «φανατικών» αν και ο Αγιοβαρβαριώτης ξάδελφος είχε παρτίδες με τους πρωτομάστορες της θύρας: Τον Ατσαλένιο, τον Σοκολατένιο, τον Ασημένιο κι άλλους πασίγνωστους –μέσω ανάλογων υποκοριστικών- πρωταγωνιστές που είχαν το γενικό «κουμάντο» στη θύρα.

Ο θρίαμβος του θρύλου επί της ΑΕΚ με 6-0 είχε δημιουργήσει τέτοιο ενθουσιασμό που από το «χοροπηδητό» η θύρα πάλλονταν τρεμάμενη στην κυριολεξία, δίχως σταματημό. Πάντα εκείνα τα χρόνια, υπήρχαν υπεράριθμοι στα γήπεδα. Οι μικροί δεν «κόβαμε» εισιτήριο, άλλοι είχαν τις άκρες τους, άλλοι μπούκαραν ενώ στα μισά περίπου του ματς οι πόρτες άνοιγαν και μπαίναν αρκετοί ακόμη. Καθίσματα δεν είχαμε παρά μόνο τα «αφρολέξ» για το τσιμέντο. Στις θύρες δε των φανατικών δε διανοείτο κανείς να μιλήσει για αριθμημένα εισιτήρια. Πήγαινες από νωρίς για να πιάσεις καλή θέση.

Ποτέ δε μ' αρέσει να φεύγω πριν τη λήξη του ματς. Το θεωρώ αδιανόητο, ανεξαρτήτως αποτελέσματος. Το γήπεδο είναι γιορτή. Θέλει κουβέντα και «παιχνίδι» και πριν αλλά και μετά τον αγώνα. Από παιδάκι είχα αυτό το χούι και μου τη χάλαγαν οι «μεγάλοι» όταν έλεγαν: «έλα μωρέ αφού κερδίζουμε π.χ. τρία μηδέν, πάμε να φύγουμε τώρα, να γλυτώσουμε την κίνηση».

Ο εξάδελφός ήταν κι αυτός της ίδιας αντίληψης αλλά αυτό που σέρνει «καράβι» τον έκανε εκείνη την μέρα να σκέφτεται διαφορετικά. Έτσι μου την «έσπασε» αλλά επειδή πέρναγα καλά μαζί του, τότε που ξετσούμιζα κι εγώ από το σπίτι, αναγκάστηκα να συμβιβαστώ.

«Πάμε ρε μου έλεγε, πάμε...» μέχρι και την τελευταία στιγμή. Φύγαμε τελικά κι εγώ ξεροστάλιαζα ρίχνοντας κλεφτές ματιές προς τα πίσω, στους ήρωές μου που είχαν κάνει το καθήκον τους και με το παραπάνω: 6-0 την ΑΕΚ!

«Έ ρε τι καζούρα έχει να γίνεις το σχολείο αύριο» μονολόγησα όλο ευχαρίστηση. Μαζί μας κατέβαιναν τις σκάλες και άλλοι πολλοί φίλαθλοι που φαίνεται δεν θέλαν να «μποτιλιάρουν» στην αποχώρηση μετά την λήξη της αναμέτρησης. Ακόμη έχω στο μυαλό μου τα σχόλια που έκαναν κάνα δυο από αυτούς: «Ρε τι βλάκες είναι άνθρωποι... Δεν έχουν ανοίξει καλά τις πόρτες. Θα σκοτωθεί κανείς μ' αυτούς τους... καραγκιόζηδες».

Θυμάμαι ξεγλιστρήσαμε μέσα από τις μεγάλες μεταλλικές πόρτες, που δεν ήταν μισάνοιχτες αλλά ούτε ορθάνοιχτες, και τα «δύστροπα» τουρνικέ και ντουγρού πήραμε το λεωφορείο για τις καφετέριες στην πλατεία Μέμου, στον Κορυδαλλό. Εκεί ο ξάδελφος είχε τα «κονέ» του.

Την εποχή εκείνη δεν υπήρχαν κινητά τηλέφωνα... Γυρίσαμε το βραδάκι αργά στο σπίτι της νονάς. Όλοι οι συγγενείς μας έψαχναν απεγνωσμένα. Τότε μάθαμε τα τραγικά χαμπέρια...

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Το τραγούδι αλλιώς, στο email σας!

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα στο χώρο της καλής μουσικής!

test123954990