Σιωπής εγκώμιο (ή ανάθεμα)

Μπορείς να αντέξεις στο mute για τέσσερα λεπτά και τριάντα τρία δευτερόλεπτα;
Από το προηγούμενο Σαββατοκύριακο το σκέφτομαι. Αφορμή στάθηκε η παράκληση των διοργανωτών της συναυλίας με έργα Χατζιδάκι στη Λυρική Σκηνή του Κ.Π.Ι.Σ.Ν. να μη χειροκροτήσουμε ανάμεσα στα μέρη - τραγούδια του «Μεγάλου Ερωτικού», αλλά μια και καλή στο τέλος ολόκληρης της παρουσίασης του έργου.

Αν εξαιρέσουμε μια «αναταραχή» που προκλήθηκε στο τέλος του πρώτου τραγουδιού από κάποιους που δεν είχαν ακούσει την ανακοίνωση - παράκληση, το κοινό συμμορφώθηκε στα κελεύσματα του δημιουργού του «Μεγάλου Ερωτικού», όπως αυτά μεταφέρθηκαν από τους διοργανωτές. Μια ευλαβική ατμόσφαιρα σιωπής επικράτησε για 45 περίπου λεπτά και, όταν πια ήρθε η ώρα του χειροκροτήματος, αυτό ήταν θερμό και διαρκές. Η σιωπή κατά τη διάρκεια της επιτέλεσης του έργου έδρασε καταλυτικά προς την κατεύθυνση της ορθότερης παρουσίασής του και της ουσιαστικότερης πρόσληψής του από το ακροατήριο.

Για μισό λεπτό, όμως. Υπήρξε πράγματι σιωπή; Πώς ορίζεται αυτή;

Σύμφωνα με το λεξικό, σιωπή ορίζεται η «απουσία ήχου, ιδιαίτερα ομιλίας». Μα, αυτό δεν συμβαίνει ποτέ. Αμέτρητοι ήχοι ηχούν γύρω μας την ώρα που νομίζουμε ότι βρισκόμαστε σε καθεστώς απόλυτης σιωπής. Από το βήχα ενός κυρίου, τους λεπτοδείκτες των (παλαιότερων) ρολογιών χειρός, το ρόγχο του κλιματιστικού, το κλείστρο μιας φωτογραφικής μηχανής, την πτώση ενός κινητού από μια τσέπη στο πάτωμα ή τη δόνησή του, το «κλακ» των δαχτύλων ενός κυρίου ή το θρόισμα των μαλλιών μιας κυρίας που φτιάχνει το χτένισμά της. Όλα αυτά συνθέτουν μια εικονική σιωπή, το εκάστοτε ηχοτοπίο μιας επιτέλεσης και βέβαια την ατμόσφαιρα που δημιουργείται από την αλληλεπίδραση. Αν το δούμε, αρχικά, μέσα από το πρίσμα της επιστήμης της φυσικής. Αν το πάμε παραπέρα και το διευρύνουμε στο φιλοσοφικό (ίσως και το μεταφυσικό), τότε ασταμάτητες είναι οι φωνές των σκέψεων εκάστου παρόντος σε μια οποιαδήποτε «συνθήκη σιωπής» (ή προσομοίωσής της).

Ένα από τα πιο επαναστατικά έργα στην ιστορία της Παγκόσμιας Μουσικής, με αυτό τον προβληματισμό «μετρήθηκε». Ο σπουδαίος John Cage, στα 1952, παρουσίασε το έργο του με τίτλο «4.33’’» για οποιοδήποτε όργανο ή συνδυασμό μουσικών οργάνων (ναι, πολύ καλά διαβάσατε). Στο έργο του αυτό, ο πρωτοποριακός και ριζοσπάστης συνθέτης, ζητά από τον εκτελεστή (ή τους εκτελεστές του) να μην παίξουν το όργανο (ή τα όργανά τους) επί σκηνής για τέσσερα λεπτά και τριάντα τρία δευτερόλεπτα. Ουσιαστικά, το έργο αποτελείται από τους περιβάλλοντες «μη ήχους» που παράγονται από τους θεατές κατά την παρουσία τους στο χώρο. Το σημαντικό και πρωτοποριακό για το έργο είναι ότι δεν έχει καμία συγκεκριμένη μορφή και κάθε φορά που εκτελείται, ουσιαστικά διασκευάζεται από τους συμμετέχοντες. Μοναδικός του (αλλά όχι ασήμαντος) περιορισμός, η διάρκεια.

Μπορείς να αντέξεις στο mute για τέσσερα λεπτά και τριάντα τρία δευτερόλεπτα; Μην απαντάς. Δεν μπορείς (να αντέξεις). Γίνεσαι, έτσι, συγκοινωνός και συνδιασκευαστής ενός έργου ακόμα και αν οι μουσικές σου γνώσεις περιορίζονται στο να παίζεις με ένα δάχτυλο το «Smoke on the water» ή το «Ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας» στην κιθάρα. Μεγαλοφυές.

Σε κάθε περίπτωση, ένα πράγμα αποδεικνύεται από τα παραπάνω: κανένα έργο δεν παίζεται με τον ίδιο τρόπο, ακόμα και αν μπορέσουμε να διασφαλίσουμε την αλάνθαστη εκτέλεσή του από έναν ή περισσότερους μουσικούς. Η σιωπή που καλείται να προσφέρει το κοινό για την επικοινωνία της τέχνης είναι ουσιαστικά μια ουτοπία.

Το τραγούδι αλλιώς, στο email σας!

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα στο χώρο της καλής μουσικής!