Λευκό φανελάκι: λευκή πετσέτα ή λευκή σημαία;

Όλα ξεκίνησαν από ένα λευκό φανελάκι. Τόσο απλά. Και τόσο σύνθετα, όπως θα καταλάβετε στη συνέχεια.
Πώς μπορεί ένα λευκό φανελάκι να προκαλέσει ένα ολόκληρο κείμενο και τι θέση έχει αυτό μέσα σε ένα μουσικό site σαν το Όγδοο; Πάμε λοιπόν. Σας έγραφα τις προάλλες για το εξαιρετικό πρόγραμμα που παρουσίασε η Ρίτα Αντωνοπούλου στη Σφίγγα με τον εκπληκτικό Θοδωρή Οικονόμου στο πιάνο. Εκεί πρωτάκουσα το «Λευκό φανελάκι» και μου «κόλλησε». Όπως θα καταλάβατε, το «Λευκό φανελάκι» είναι τραγούδι. Σε μουσική Σταύρου Σιόλα και στίχους Γιάννη Γούνα. Ερμηνεύει η Ρίτα Αντωνοπούλου. Για μένα που προσπαθώ (κατά το δυνατόν) να ανακαλύπτω διαρκώς καινούργια καλά τραγούδια, το «Φανελάκι» ήταν έκπληξη. Ισορροπημένο ιδανικά μεταξύ νοσταλγίας παρελθόντος, παρόντος και μέλλοντος, με μουσική σημερινή (όχι πολύ pop, ούτε και πολύ έντεχνη), με ερμηνεία δυναμική αλλά ταυτοχρόνως λυρική και με τις λέξεις εντός του να προκαλούν τον ακροατή να ανακαλύψει τα πραγματικά και τα αλληγορικά νοήματά τους. Δεν είναι αριστούργημα, αλλά ποιο τραγούδι ήταν αριστούργημα τους πρώτους μήνες της ζωής του;

Το επόμενο πρωί κιόλας άρχισα την αναζήτηση. Δεν μπορεί, σκέφτηκα, κάπου θα υπάρχει στο youtube. Τζίφος. Μετά το αναζήτησα στις ψηφιακές πλατφόρμες που πληρώνω για να ακούω τις μουσικές μου. Ούτε εκεί. Και τώρα, τι κάνουμε τώρα; Θα το παίζει κανένα ραδιόφωνο; Όλο και κάποιο από τα «έντεχνα» θα το έχει «τσιμπήσει» για αποκλειστικό, φαντάστηκα. Έβαλα να παίζει Μελωδία. Μετά από μερικές ώρες επαναληπτικής ακρόασης, έβαλα Δίεση. Με είχε πιάσει εμμονή. Ούτε εκεί. Στη Μέντα; Τζίφος και πάλι τζίφος. Άσε που διαπίστωσα πως, πάνω - κάτω, και οι τρεις σταθμοί παίζουν τα ίδια (σ.σ. στο μυαλό μου επανέφερα τους λόγους που με έχουν κάνει να «κόψω» το ραδιόφωνο - ακρόαση με εξαρτημένα αντανακλαστικά ή τα σκυλάδικα του Παβλώφ, που έλεγε και ο Πανούσης).

Πάμε παρακάτω στην ιστορία. Είπα να «εκμεταλευθώ» ένα από τα καλά του επαγγέλματος και έστειλα mail στη Ρίτα Αντωνοπούλου. Τη ρωτούσα πότε θα κυκλοφορήσει και αν το παίζει κανένα ραδιόφωνο ήδη. Και τότε έμαθα: κανένας σταθμός -λέει- δεν είναι διατεθειμένος να παίξει το «Λευκό φανελάκι». Δεν είναι «κατάλληλο» το άσμα για ευρεία ακρόαση, άκουσον - άκουσον. Το προαποφάσισαν, για μας τους ακροατές, οι «ειδικοί».

Άρχισα να ψάχνω λεπτομέρειες. Να συζητώ με γνωστούς και φίλους. Τι παλιακό το είπαν το τραγουδάκι. Τι «άχρωμο», τι αταίριαστο με την εποχή κ.ο.κ. Σοκαρίστηκα. Κάποιος από όλους αυτούς, μικρή σημασία έχει ποιος, αναρωτήθηκε μάλιστα για μια συγκεκριμένη λέξη μέσα στο τραγουδι: «μα ποιος γνωρίζει πια τι σημαίνει αυτή η λέξη;».

Ξέρετε για ποια λέξη αναστατώθηκε ο ειδήμων του airplay; Για τη λέξη «βοηθητικές». Τις βοηθητικές ρόδες των ποδηλάτων που όλοι μας (συμπεριλαμβανομένου κι εκείνου που αναρωτήθηκε ποιος τις ξέρει) χρησιμοποιήσαμε στα πρώτα μας ποδηλατικά... πετάλια. Μωρέ, πως το έλεγε εκείνο το τραγούδι του Βασίλη (σε μουσική Γιάννη Ζουγανέλη και στίχους Αντώνη Πανταζή); «Φοβάμαι όλα αυτά που θα γίνουν για μένα χωρίς εμένα».

Άκουσα πολλές παράλληλες και παρόμοιες ιστορίες, από «περιθωριακούς» και συστημικούς. Από δημιουργούς και τραγουδιστές (νεώτερους κυρίως). Από promoters και συναυλιάκηδες. Όλοι αγανακτισμένοι. Και όλοι ανήμποροι να κάνουν κάτι για να διορθωθούν τα κακώς κείμενα.

Πάμε λίγο πιο πέρα τώρα. Καθώς γινόταν όλη αυτή η αναζήτηση, συνέβη επιτέλους (όπως είπε και ένας φίλος μου καλός) και κάτι άλλο: ολοκλήρωσα το διδακτορικό μου για «το πολιτικό τραγούδι στην Ελλάδα» στο Τμήμα Μουσικών Σπουδών του ΕΚΠΑ. Μουσικολόγο με λένε. Δεν είναι χρήσιμο σαν το «καρδιολόγος», δεν είναι «άγνωστο» σαν το «απουσιολόγος» (αυτό κι αν θα ήταν ατραγούδιστη λέξη για τους ανωτέρω ειδικούς), δεν είναι βαρύγδουπο σαν το ωτορυνολαρυγγολόγος, αλλά κάτι είναι και αυτό. Και σίγουρα κανένας δεν πρόκειται να πεθάνει από μια λάθος διάγνωση της συγκεκριμένης ειδικότητας. Ωστόσο, εξαιτίας αυτής, συχνά φίλοι με ρωτούν: «είναι καλό τραγούδι αυτό;». Και εγώ απαντώ: «αν σου αρέσει είναι». Τόσο απλά.

Την ίδια στιγμή, κάπου παραδίπλα, ένας διευθυντής προγράμματος σε ένα ραδιοφωνικό σταθμό δε ρωτάει κανένα και αποφασίζει μόνος του. Ενίοτε, υποκύπτοντας σε πιέσεις, άλλοτε «κατασκοπεύοντας» τον ανταγωνισμό, είτε δια της ακροάσεως, είτε με τη βοήθεια της τεχνολογίας (λέγε με media inspector). Μα πόσα ίδια ραδιόφωνα χρειαζόμαστε;

Όλη αυτή η συγκυρία με έκανε να αναρωτηθώ για τα απαιτούμενα τυπικά προσόντα μιας τέτοιας επαγγελματικής θέσης διεθυντή προγράμματος σε ένα σταθμό. Υπάρχουν; Και, αν ναι, ποια είναι αυτά; Γιατί, στο κάτω - κάτω, ποιος μπορεί να αποφασίσει καλύτερα για το τραγούδι από το ίδιο το κοινό; Πώς μπορεί ένας άνθρωπος να επιλέγει τι θα ακούσουν οι συνάνθρωποί του; Και πώς κοιμάται τις νύχτες; Εγώ θα ξαγρυπνούσα από την ευθύνη και την αγωνία μην αδικήσω κάποιον.

Καλά όλα αυτά. Διαπιστώσεις, όμως. Πρόταση έχεις, θα μου πείτε; Έχω. Δύο μάλιστα. Είτε ο κάθε σταθμός να δημιουργήσει στο πρόγραμμά του μια ζώνη «δειγματισμού» νέων τραγουδιών (αλά παλαιά), είτε να αποκτήσει ένα ακροατήριο - πειραματικό με ανθρώπους που θα ακούν όλα τα τραγούδια και θα ψηφίζουν. Κοινό 500 ατόμων έχουν στην Αγγλία οι ραδιοσταθμοί, που (προ)ακροάζονται τραγούδια και ψηφίζουν εκείνα που θα παιχτούν τελικά. Κάτι τέτοιο, σε μικρογραφία, μπορεί να εφαρμοστεί και εδώ. Κάπως έτσι, μπορεί να καταλυθεί η μοναρχία στη ραδιοφωνική επικράτεια. Κάπως έτσι, θα δοθεί, επιτέλους, η ευκαιρία και στα καινούργια τραγούδια να «παλιώσουν». Κάπως έτσι, θα μπορέσει τελικά το «Λευκό φανελάκι», από λευκή πετσέτα, να γίνει λευκή σημαία.

Υ.Γ. Δεν χρειάζεται, φαντάζομαι, να σας προτρέψω να αναζητήσετε το τραγούδι της... έριδος.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Το τραγούδι αλλιώς, στο email σας!

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα στο χώρο της καλής μουσικής!