Γεράσιμος Ανδρεάτος - Δε θέλω μάτια μου πολλά

Τραγουδιστής με προσωπικότητα και ιδιαίτερο ερμηνευτικό χαρακτήρα, έντιμη και συνεπή διαδρομή στην δισκογραφία και την ψυχαγωγία.
Ο Γεράσιμος Ανδρεάτος καταθέτει τα καινούργια του τραγούδια μετά από 7χρονη σιωπή σε μουσική του δεξιοτέχνη μπουζουξή και συνθέτη Δημήτρη Παπαδόπουλου. Τίτλος του δίσκου ένα λαϊκό δύστυχο που επεξεργάστηκε ο στιχουργός Βασίλης Παπαδόπουλος: Ψυχή Που Δεν Αμάρτησε Ποτέ Της Δεν Αγιάζει.

Ο ίδιος ο ερμηνευτής εξηγεί και εξηγείται:

Γνώριζα από φίλους ότι ο Δημήτρης γράφει καλά τραγούδια. Όταν όμως πριν τρία χρόνια μου έπαιξε μερικά από αυτά με την κιθάρα του, εντυπωσιάστηκα. Παίζουν και τα γονίδια τον ρόλο τους. Ο Δημήτρης είναι γιος του σπουδαίου Κώστα Παπαδόπουλου, και τιμά και προεκτείνει με τον το καλύτερο τρόπο τη βαριά κληρονομιά του. Μέχρι σήμερα έχω παρουσιάσει 7 προσωπικούς δίσκους και μόνο ένας, αυτός με τον Παντελή Θαλασσινό δεν είχε μπουζουκοκεντρική οπτική και περιεχόμενο. Να θυμίσω τις συνεργασίες με τον Βαγγέλη Κορακάκη, τον Χρήστο Νικολόπουλο, τις επανακτελέσεις μου στα τραγούδια του Άκη Πάνου και φυσικά ένας δίσκος με δικά μου τραγούδια γιατί μη ξεχνάμε ότι είμαι και μπουζουξής, και τώρα Δημήτρης Παπαδόπουλος.

Είναι εντυπωσιακό πάντως το γεγονός ότι εδώ και αρκετά χρόνια οι μπουζουξήδες απουσιάζουν σχεδόν παντελώς από την πρώτη γραμμή της τραγουδοποιίας. Κι αυτό νομίζω, έχει επιπτώσεις στο ύφος, τη δομή και την ποιότητα των τραγουδιών που κυκλοφορούν. Σίγουρα τα ράσα δεν κάνουν τον παπά. Σπουδαία λαϊκά έχει γράψει κι ο Σούκας που είναι σαντουριέρης και ακορντεονίστας αλλά και μαέστροι όπως ο Πλέσσας, ο Σπανός κ.ά. Αλλά όταν μιλάμε για λαϊκό τραγούδι είναι αφύσικο να μην συναντάς πουθενά δεξιοτέχνες του μπουζουκιού. Κι απ’ την άλλη όταν αυτό συμβαίνει αποσπασματικά, και μάλιστα με εμπορική επιτυχία, η αισθητική πολλών εξ αυτών δεν συνάδει με την υγιή νοοτροπία του λαϊκού. Όλοι, μα όλοι σήμερα διεκδικούμε τον τίτλο του λαϊκού τραγουδιστή. Αν γυρίσουμε όλα τα νυχτερινά μαγαζιά, πάσης φύσεως, θα ακούσουμε στο δεύτερο μέρος των προγραμμάτων ένα ρεπερτόριο που καλύπτει ως ένα μεγάλο βαθμό την ιστορία του λαϊκού. Το οποίο όμως διαφέρει πάρα πολύ από μαγαζί σε μαγαζί και έχει άμεση σχέση με το ποιο είναι το πρώτο πρόγραμμα του κάθε μαγαζιού. Π.χ. Το Βρέχει φωτιά στην στράτα μου, παίζει ρόλο ποιοι, πως και γιατί το τραγουδούν, το ύφος δηλαδή της ορχήστρας και του τραγουδιστή, ακόμη και από τον τρόπο που λειτουργεί μέσα στο πρόγραμμα. Όταν ερμηνεύεται με μερικές λάθος λεξούλες, λόγω των χρόνων που έχουν περάσει κι επειδή το έχουμε ακούσει ξώφαλτσα, με ανάλαφρη διάθεση και του στυλ όλα τα μωρά στην πίστα, εγώ θίγομαι, πληγώνομαι και ανησυχώ για το μέλλον του μας τραγουδιού μας.

Τα τραγούδια είναι τέχνη. Καλλιεργούν την ψυχή μας και μας κάνουν καλύτερους ανθρώπους. Σαφώς και πρέπει να ταξιδεύουν τα μηνύματα και την αλήθειά τους μέσα από νέες εκτελέσεις, αλλά με αξιώσεις. Ειδικά όταν πρόκειται για τέτοια διαμάντια. Ευτυχώς που υπάρχουν και εξαιρετικές επανεκτελέσεις που αποπνέουν το σεβασμό και το πάθος των πρώτων διδαξάντων. Πρέπει ο καθένας, από το πόστο του, να πολεμά τη φτήνια που κάθε μέρα μας χτυπά την πόρτα και μας ζητά να πάμε ακόμα και πιο κάτω. Άλλο η σοβαρότητα και η άλλο η σοβαροφάνεια που είναι και ύποπτη και επικίνδυνη.

Για τις μπουζοκεντρικές επιλογές μου δεν έχω μετανιώσει, ούτε στιγμή. Και τώρα να μου έφερνε ο Κορακάκης τα τραγούδα του πρώτου δίσκου θα έμπαινα στο στούντιο να τα τραγουδήσω. Είμαι περήφανος για το ρεπερτόριό μου και αισθάνομαι τυχερός. Χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν υπάρχουν κι άλλοι άξιοι και ικανοί δημιουργοί… Όπως και τώρα στο δίσκο με το Δημήτρη όλα τα τραγούδια με αγγίζουν βαθιά. Για ποιο να πρωτομιλήσω; Για Το Μαύρο μας το χάλι που μιλά σαρκαστικά για την τηλεόραση και πως πρέπει να είμαστε υποψιασμένοι για όλα αυτά που πάνε να μας πλασάρουν, και στο οποίο μας έκανε την τιμή να συμμετέχει ένας άνθρωπος της τηλεόρασης και του θεάτρου όπως ο Σπύρος Παπαδόπουλος. Ακόμη έχω την χαρά να τραγουδάω στο δίσκο μαζί με δύο σπουδαίους συναδέλφους και φίλους. Τον Δημήτρη Μπάση και τη Σοφία Παπάζογλου. Με τον πρώτο μοιραζόμαστε Το Όνειρο που και οι δύο μας το αγαπήσαμε πολύ και με τη δεύτερη Το φιλί μας το πρώτο, που έχει και στοιχεία ποπ στην μελωδία του, με μπουζούκια βέβαια στην γραφή του. Θέλησα να ξαναπώ τον Καφέ που είχε παρουσιάσει ο Παπαδόπουλος στην προσωπικό του εργασία γιατί είναι μια τραγουδάρα. Ένα κλασικό λαϊκό τραγούδι σε στίχους της Ιωάννας Αντωνοπούλου, η οποία δυστυχώς έχει φύγει απ’ τη ζωή. Γνώρισα όμως τις κόρες της. Είμαι σίγουρος πως οι στίχοι της μητέρας του θα ταξιδεύουν αιώνια. Γιατί έχουν συναίσθημα και ανθρωπιά. Εύχομαι ο Καφές να έχει την ίδια τύχη με την Σκέψη της τρελής, τον Γκρεμό, και το Πρώτο Φθινόπωρο που τραγούδησα σε δεύτερες εκτελέσεις και αγαπήθηκαν με την ερμηνεία μου από το πανελλήνιο.

Ο δίσκος αυτός είναι ένα βήμα πιο μπροστά σε σχέση με τους προηγούμενους, με την έννοια ότι η ωριμότητά μου, ακολουθείται από τα τραγούδια που επιλέγω να εκφραστώ. Απόλαυσα όλη τη διαδικασία με συμπαραστάτες πάντα τον Δημήτρη αλλά και τον Άκη Μουχλιανίτη που έχει κάνει τις ενορχηστρώσεις και ο οποίος με τις γνώσεις και την τέχνη του φώτισε όλο το υλικό. Είμαι πραγματικά ικανοποιημένος και χαρούμενος για το Ψυχή Που Δεν Αμάρτησε Ποτέ Της Δεν Αγιάζει. Μέχρι και οι φωτογραφίες στο ένθετο και στο εξώφυλλο του δίσκου μου αρέσουν πολύ. Έτσι που φιγουράρω αισιόδοξος μέσα στη σκοτεινιά των γκρίζων κτιρίων.

Σε στιγμές μεγάλης δυσκολίας η έμπνευση και οι συνειδήσεις αφυπνίζονται. Τα προηγούμενα χρόνια της ψεύτικης και πλαστικής ευημερίας μας, ήταν σε μεγάλο μέρος και τα τραγούδια μας αντίστοιχα. Κανείς δεν ήθελε να αντικρύσει την πραγματική διάσταση της ζωή του. Κινούμαστε πέρα και εκτός των δυνατοτήτων και ορίων μας. Προσπαθούσαμε να πληρώσουμε εσωτερικές ανάγκες μας μέσω του καταναλωτισμού. Και όπως είναι φυσικό οι πληγές μας μείναν ανοικτές. Γι’ αυτό και έχουμε οδηγηθεί σε αυτήν την δύσκολη φάση που περνάμε με νομισματικά ταμεία και εξωτερικούς δανεισμούς, δίχως να παραγνωρίζουμε βέβαια τις ευθύνες αυτών που διαχειρίζονται τις τύχες της Ελλάδας αλλά και ατομικά του κάθε πολίτη. Ίσως τώρα να έχουμε και μια ευκαιρία να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι. Αυτή θα είναι η αρχή και βάση για να πάμε μπροστά σε όλους τους τομείς.

Και γυρνώντας στη μουσική θέλω να πω ότι λαϊκό, δεν είναι μόνο το τραγούδι που έχει μπουζομπαγλαμάδες. Μπορεί να παίζεται και με ηλεκτρικές κιθάρες. Π.χ. και ο Πορτοκάλογλου, που έχει δυτικά ηχοχρώματα στη μελωδική έκφρασή του, λαϊκός καλλιτέχνης είναι. Πέρα από τις ταμπέλες και τις δηλώσεις του καθενός μας, όποιος αγωνίζεται και λαχταράει με την ψυχή του να επικοινωνήσει με τον κόσμο, είναι ειλικρινής δηλαδή, θα λάμψει. Το πρόβλημα έγκειται ότι ορισμένοι που ετσιθελικά φέρουν ή τους χρεώνονται από άλλους οι ετικέτες λαϊκό και λαϊκός δεν έχουν καμία σχέση με το αντικείμενο, τις καταβολές και τη συνέχεια των κλασικών του είδους.

Φωτογραφίες: Mενέλαος Λιόντος


*Τίτλος τραγουδιού σε στίχους Νίκου Γρίτση και μουσική του Δημήτρη Παπαδόπουλου μέσα από τον τελευταίο δίσκο του Γεράσιμου Ανδρεάτου

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Το τραγούδι αλλιώς, στο email σας!

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα στο χώρο της καλής μουσικής!