Από μένα για το Βασίλη…

«Γερνάμε και σκοτεινιάζει. Αυτό θέλω να πω. Σ’ αγαπάω. Να προσέχεις».
Η συγγραφέας Κωνσταντίνα Τασσοπούλου κατηφορίζοντας από το Θέατρο Βράχων ξημερώματα 14ης Ιουλίου 2017: 

Πλήθος ανομοιογενές. Δικό του πλήθος. Μωρά αγκαλιάς, ώμου παιδιά, ζευγάρια προχωρημένα, ήσυχα, πιτσιρικαρία, νεολαίοι, γυναίκες με κούρεμα τρελό, άνδρες γραφείου, πουκαμίσου, ροκάδες. Τι είναι ροκ τελικά; Σε κάθε περίπτωση μην το φοβάσαι. 

Αν αντί για την καρδιά του καλοκαιριού είχαμε άνοιξη, θα μπορούσες ίσως και να μπερδευτείς. Σ’ ένα σκαμνάκι χαμηλό, μέσα σε φούστα μπλε και σε πουκάμισο σεμνό, με βεντάλια κεντητή στο χέρι, καθόταν μια κυρία. Δεν είχε σταθεί ν’ ακούσει τους Χαιρετισμούς. Για τα Χαιρετίσματα είχε έρθει. Στην εξουσία, λοιπόν. 

Το λοιπόν είναι πως αργοπόρησα. Το ταξί δεν περνούσε, τα φανάρια είχαν πεισμώσει στο κόκκινο, εμένα οι ανηφόρες μου κόβουν ελαφρώς την ανάσα... Δεν σταματώ όμως. Χρόνια τον κυνηγάω, μαζί με την ανάσα μου. Σε χώρους κλειστούς, σε χώρους ανοιχτούς, στα Φιλιατρά, στη Σφεντόνα, στο Ηρώδειο, στο Πέτρας. Ξεκουνάω και κόσμο, να μαθαίνει. Είναι από τους καλύτερους ερμηνευτές που υπάρχουν - παγκοσμίως. Με έβαλε κάποτε στο δρόμο του ο μπαμπάς. Με πήρε ύστερα απ’ το χέρι ο θείος. Χθες βράδυ, του πήγα κι εγώ ένα παιδί. Το ανέβασα στην καρέκλα και το άφησα να βλέπει. Μήπως αυτό είναι ροκ; 

Ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου, χθες, είπε πολλά τραγούδια για παιδιά. «Έχε το νου σου στο παιδί», είπε. Είπε και «Τα παιδιά» από τον ολόφρεσκο δίσκο του που έχει για εξώφυλλο ένα μπαλόνι κι ένα παιδί. Παιδί κι ο Βασίλης, ευλογημένο, που γεννήθηκε με αλήθειες ακλόνητες. Μια αντικειμενικά τεράστια φωνή, ασχέτως προσωπικού γούστου και μια αντικειμενικά τεράστια μύτη, ασχέτως που στολίζεται πάντα από ένα χαμόγελο. Αυτό το τελευταίο μπορεί και να γλιστρά σε υποκειμενική κουβέντα. Ποιοι τελικά χαμογελούν; Οι πιο χαρούμενοι ή οι πιο βαθιά θλιμμένοι;

Ήταν ωραία χθες. Είχε ομορφιά η βραδιά, είχε συγκίνηση, είχε ταξίδι, μα σαν να ήταν κάπως κουρασμένος ο Βασίλης. Δεν του έλειπε ενέργεια, όχι. Δεν του έλειπε ένταση, όχι. Δεν υστερούσε σε ρυθμό, δεν έχανε σε μελωδία. Αυτό ειδικώς, δεν θα το μπορούσε ποτέ. Δεν έδωσε λιγότερα. Δεν ήταν λιγότερος. Δεν έχει σπάσει η φωνή του. Ευλογημένος και σ’ αυτό. Ήταν όπως πάντα καλός, σταθερά. Ο κατ’ εξοχήν συναυλιακός τραγουδιστής, σταθερά. Αυτός που συγκεντρώνει το ποικιλόμορφο πλήθος που λέγαμε, με την ανάρτηση μιας αφίσας που γράφει το μικρό και μόνο όνομά του. Τόσο αντικειμενικά αναγνωρίσιμος, κάποιος που το όνομά του δεν έχει κάτι εξεζητημένο για να το θυμάσαι, μα έχει ήδη αφήσει όνομα, από καιρό… 

Ήταν κουρασμένος ο Βασίλης χθες, όμως αυτό το καταλάβαινες μονάχα εσύ που τον ξέρεις από παλιά. Εσύ που τον έχεις σαν συγγενή, πώς να στο πω… Εσύ που τον ακούς από τότε που άρχισες ν’ ακούς. Εσύ που έδινες πάντα προσοχή στις παύσεις, στις κορώνες, στις μέσες νότες, στις ακραίες ερμηνείες του. Εσύ που τον έχεις καλά παρατηρήσει. Εσύ που περιμένεις να τραγουδήσει κι άλλα πράγματα, να φτιάξει δίσκο με δημοτικά - γιατί όχι… Ό,τι και να πει το λέει υπέροχα. Δεν υπάρχει είδος που να μην μπορεί να ερμηνεύσει.

Εσύ μονάχα μπόρεσες ν’ αντιληφθείς πως ήταν κουρασμένος χθες. Παιδί είναι, μην ξεχνάς. Κουράστηκε. Μπορεί και να ήθελε να μείνει ως αργά στο πάρτυ, μα έκλειναν τα μάτια του, καταλαβαίνεις τι θέλω πω; Δεν είχε κουράγιο ή δεν άντεχε να βγει ξανά να του τα πει, να του τα σούρει: «δεν θα πεθάνουμε ποτέ, κουφάλα νεκροθάφτη», αυτό να του πει. Όμως, να, θα πεθάνουμε. Το μόνο βέβαιο. Γερνάς και σκοτεινιάζει, Βασίλη. Αυτό θέλω να πω. Γερνάμε και σκοτεινιάζει. Αν τα 40 είναι του 80 τα μισά κι αν τα 80 είναι ένα ευχάριστο προσδόκιμο, κατηφορίζουμε ήδη την πλαγιά. Αυτό θέλω να πω. Σ’ αγαπάω. Να προσέχεις.

Κωνσταντίνα Τασσοπούλου
www.tassopoulou.gr

*Όμορφο το κείμενο που μας έστειλε, μαζί με τα καλά της λόγια, η Κωνσταντίνα Τασσοπούλου, γι’ αυτό και το δημοσιεύουμε. Σίγουρα ο χρόνος τρέχει για όλους, όμως μια βραδιά ποτέ δεν είναι αρκετή για «συμπεράσματα».

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Το τραγούδι αλλιώς, στο email σας!

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα στο χώρο της καλής μουσικής!